Thursday, September 23, 2010

Karlheinz Deschner - Περί θαυμάτων

Απόσπασμα από την "Εγκληματική ιστορία του Χριστιανισμού" (3ος τόμος), εκδόσεις Κάκτος



[…]Αλλά, γενικά, σε τι χρειάζονται τα θαύματα; 
Στο έργο του «Απαντήσεις στις βολές εναντίον της θρησκείας» ο Μονσινιόρ ντε Σεγκύρ γράφει ότι ο Θεός έκανε θαύματα ακριβώς «για να δείξει ότι είναι ο Κύριος του κόσμου». Αλλά, εάν είναι αυτό το ζητούμενο, γιατί δεν κάνει πολύ μεγαλύτερα θαύματα, εντελώς αδιαμφισβήτητα, πειστικά για όλους, παρά μόνο τέτοια που ικανοποιούν μόνο τους οπαδούς του, παρά τόσο μικρά θαύματα, ή και μεγάλα αλλά στους πανάρχαιους χρόνους που δεν μπορούν να ελεγχθούν με κανένα τρόπο; Γενικά, χρειάζεται τα θαύματα; Ή τα χρειάζονται οι θρησκείες και οι ιερείς τους; Εάν οι διδασκαλίες τους ήταν επαρκώς λογικές, θα χρειάζονταν τότε ακόμη τα θαύματα; Γιατί είναι η πίστη αυτή καθαυτή τόσο λίγο επιβλητική, ώστε ο Θεός επιλέγει αυτές τις πλάγιες μεθόδους; Γιατί αναγκάστηκε «να αποδείξει τη θεία προέλευση της θρησκείας μέσα από εμπειρικά και επιπλέον εξαιρετικά φτωχά συμβάντα»  (Schelling);  Δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει πιο σαφείς, προφανείς θρησκείες, δεν θα μπορούσε αυτός, ο παντοδύναμος, να πείσει απλά τους ανθρώπους; Μα δεν χρειαζόταν παρά να θέλει να έχουν πεισθεί και θα είχαν, έγραφε ο βαρόνος  von Holbach. Δεν χρειαζόταν και δεν χρειάζεται «παρά να τους δείξει καθαρά, σαφή, προφανή πράγματα, και εκείνοι θα πεισθούν από το προφανές, γι ' αυτό δεν χρειάζεται ούτε θαύματα ούτε διερμηνείς». Αλλά τέτοιες επιθέσεις δεν φέρνουν σε αμηχανία τους καθολικούς. Παντού όπου κάτι δεν πάει καλά με τη λογική, όπου δεν τους βγαίνει ο λογαριασμός, φέρνουν στο πεδίο της μάχης τις «αδιερεύνητες βουλές του Θεού» και αντιτάσσουν την κατηγορία του «ορθολογισμού» (σπάνια χωρίς το επίθετο «επιφανειακός»), ενώ σε εκείνους όλα είναι «βαθιά» κι «αληθινά» από πάνω. Έτσι μπορεί να απαντηθεί και η απορία του Ντιντερό, γιατί τα θαύματα του Ιησού είναι αληθινά, ενώ τα θαύματα του Ασκληπιού, του Απολλώνιου του Τυανέα ή του Μωάμεθ είναι ψεύτικα και δεν συνταράσσουν. Η απάντηση τους είναι απλή: Τα θαύματα του Ιησού είναι αληθινά, επειδή ακριβώς είναι τα θαύματα του Ιησού και τα επικαλείται η Εκκλησία. Τα θαύματα όλων των άλλων είναι ψεύτικα, επειδή ακριβώς είναι τα θαύματα των άλλων και ο χριστιανισμός δεν έχει κανένα όφελος από αυτά. Αναγνωρίζοντας τα θα απαξίωνε τα δικά του. Επομένως κάνουν τη διάκριση ανάμεσα σε «θαύματα» και «ψευτοθαύματα», όπου τα θαύματα, τα γνήσια, είναι, βλέπετε, πάντα τα δικά τους, ενώ τα ψεύτικα και απατηλά θαύματα είναι πάντα εκείνα των άλλων, θαύματα εκτός χριστιανισμού γενικά δεν υπάρχουν, και σε αυτόν μόνο στους κόλπους της χριστιανικής «ορθόδοξης» Εκκλησίας. Μόνο τα δικά της θαύματα είναι γνήσια, είναι «θεία θαύματα, σε αντίθεση με τα ψεύτικα, τα πλαστά θαύματα ως εξαιρετικά έργα του Σατανά και των οργάνων του»  (Schmid).  Αυτά τα «ψευτοθαύματα» δεν είναι καν «ιστορικά γεγονότα» ή, σε περίπτωση που παρ' όλα αυτά είναι, είναι μόνο «κομπίνες» και «φυσικές ενέργειες»  (Specht/Bauer).  Αυτό ισχύει γενικά και για τα θαύματα των «αιρετικών» χριστιανών. Στην περίπτωση κάποιας «αίρεσης» μάλιστα η πιθανότητα «πραγματικού θαύματος» ελαττώνεται, «όσο περισσότερο απομακρύνεται εκείνη από την αλήθεια»  (Fassbinder). Μπορούμε επομένως να συμπεράνουμε με αυτή τη λογική ότι όσο λιγότερο απομακρύνεται μια «αίρεση» από την αλήθεια, τόσο περισσότερο αυξάνεται η πιθανότητα «πραγματικού θαύματος»; 

Εν πάση περιπτώσει , ο καθολικός θεολόγος  Zwettler θεωρεί παραδείγματος χάρη τα θαύματα του Βούδα ή του Κρίσνα «φιλοτεχνημένα με τόση φαντασία που εξαρχής δεν μπορούν να γίνουν πιστευτά» —και παρ' όλα αυτά τα πιστεύουν πολλά εκατομμύρια βουδιστές και ινδουιστές, όπως οι χριστιανοί πιστεύουν τα γραφόμενα της Βίβλου. Ο καθολικός  Brunsmann  παραδέχεται μεν ότι η προσωπικότητα του Βούδα παρουσιάζεται «άμεμπτη από ηθική άποψη», αλλά τα θαύματα του Βούδα τού φαίνονται «στην πλειοψηφία τους προϊόντα φαντασίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μας δίνουν την αίσθηση των παραμυθιών από τις "Χίλιες και μία νύχτες"». Το γεγονός ότι «δεν είναι παρά δημιουργήματα ανθρώπινης φαντασίας, δεν χρήζει πλέον απόδειξης». Στην περίπτωση των θαυμάτων του Ασκληπιού και του Σάραπη «δεν μπορούμε πλέον να αμφιβάλλουμε ότι έχουμε να κάνουμε με δαιμονικές δυνάμεις». Στην περίπτωση των θαυμάτων του Απολλώνιου του Τυανέα πολλά ανήκουν «αναμφίβολα στο βασίλειο του μύθου». Ωστόσο, για άλλα ο Brunsmann  θεωρεί ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια, όπως οι εξορκισμοί του Διαβόλου από τον Απολλώνιο, η ξαφνική εξαφάνιση του λοιμού στην Έφεσο κ.ά. Πάντως και αυτός ο άντρας έκανε τα «θαύματα» του σε «συμμαχία με τους δαίμονες», πράγμα το οποίο ο καθολικός βλέπει να επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο Απολλώνιος «θεωρούσε έργο της ζωής του την προώθηση της λατρείας των ειδωλολατρικών θεών». Και σε ό,τι αφορά τη φοβερή συχνότητα των «αιρετικών» θαυμάτων, είναι σαφές ότι «ούτε ένα από αυτά "τα θαύματα" δεν αφήνει να διαφανεί θεϊκή αιτιότητα». 0  Brunsmann,  όπως στην περίπτωση του γιανσενισμού, όπου δεν βλέπει να επιδρά η «υποβολή», «υποθέτει δαιμονικές επιρροές». Μάλιστα, εάν τα θαύματα των μη καθολικών δεν είναι ψευτοθαύματα, τότε είναι θαύματα του Διαβόλου. Αυτό το γνώριζαν ήδη οι αρχαίοι θεολόγοι. Ήδη σύμφωνα με τον Άγιο Ιουστίνο, οι αντίπαλοι έκαναν τα θαύματα τους με τη βοήθεια κακών πνευμάτων. Αλλά και σύμφωνα με τον Ειρηναίο οι εχθροί των χριστιανών πειραματίζονταν με βλάσφημο τρόπο, καλούσαν τους αγγέλους, χρησιμοποιούσαν μαγγανείες, ξόρκια. Ήθελαν απλά να παρασύρουν τους ανθρώπους με το μέρος τους — πράγμα που βέβαια ήταν και είναι πολύ διαφορετικό, όταν γίνεται από την πλευρά των καθολικών. Και για τον Αυγουστίνο — ο οποίος καταγράφει την κάθε αναφορά θαύματος και διατάζει να τη διαβάζουν στο ποίμνιο του — , τα θαύματα εκτός της καθολικής Εκκλησίας, ιδίως εκείνα των ειδωλολατρών, είναι μιαρές πρακτικές,  βρόμικη κάθαρση, απάτη, εδώ όλα είναι «έργο απατηλών δαιμόνων με σκοπό την τύφλωση των ανθρώπων», ενώ τα δικά τους θαύματα «συμβαίνουν μέσω αγγέλων ή με οποιαδήποτε άλλη θεϊκή δύναμη», και δεν θα πρέπει να ακούμε εκείνους «οι οποίοι αμφισβητούν ότι ο αόρατος θεός κάνει ορατά θαύματα». Τα θαύματα, όσο απίστευτα κι αν φαίνονται εν τω μεταξύ ακόμη και στο ευρύτερο κοινό, δεν μπορούν να εγκαταλειφθούν μέχρι και σήμερα, όχι μόνο επειδή τα ισχυρίζονταν ανέκαθεν, αλλά επειδή τα θαύματα στον καθολικισμό είναι η απόδειξη του (για ευνόητους λόγους) αόρατου Θεού και της θείας αποκάλυψης — και η θεία αποκάλυψη και ο αόρατος Θεός είναι η απόδειξη για τη γνησιότητα των θαυμάτων. Με άλλα λόγια: το γεγονός ότι τα θαύματα του Ιησού είναι αληθινά, γνήσια, αποδεικνύεται από την αναφορά τους στη Βίβλο, και τη θεϊκή προέλευση της Βίβλου την αποδεικνύουν τα θαύματα που καταγράφονται σε αυτή. Εδώ δεν έχουμε να προσθέσουμε τίποτα άλλο. Εκτός ίσως από ένα τελευταίο κριτήριο: το «σκοπό». Γιατί το καθένα από αυτά τα γνήσια θαύματα (σε αντίθεση με τα δαιμονικά) υπηρετεί «κάποιο καλό σκοπό». Αυτά γράφει ο καθολικός  Brunsmann με τριπλή τυπογραφική άδεια της Εκκλησίας. Και αυτός ο κάποιος καλός σκοπός είναι πάντα ο ίδιος: το όφελος της καθολικής Εκκλησίας. Εάν η υπόθεση την υπηρετεί, τότε είναι αληθινή, εάν όχι, τότε δεν είναι.[..]

2 comments:

  1. Αν και σκεφτόμενος πιστός δεν υπάρχει, όμως, λέμε τώρα, αν υπήρχε και δεν ήταν άθεος όπως λέει και ο Hemingway, τα θαύματα έπρεπε να είχαν καταδικαστεί και από τον ίδιο, αφού προσβάλουν την ιδέα του θεού, σαν αντινομία!
    Όμως τα θαύματα υπάρχουν μόνο στο μυαλό των αφελών!

    ReplyDelete
  2. Ξέρεις ποιο είναι αυτό που με δυσαρεστεί φοβερα φίλε μου?
    Ότι παρόλο που έχει συντελεστεί μια απίστευτη πρόοδος της επιστήμης, παρόλο που η μετάδωση γνώσεων είναι πιο εφικτή σε σχέση με το παρελθόν (τουλάχιστον για ορισμένους), η ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία παραμένει το ίδιο δυσειδαιμονική. Θαύματα, φυλαχτά, ξεματιάσματα, μάγια, κατάρες, ζώδια και κάθε είδους μαγγανείες ανθούν ακόμα. Φυσικά το φαινόμενο δεν είναι ανεξήγητο, αλλά είναι απογοητευτικό. Και στις μέρες μας, τείνει να (ξανα)γίνει και επικίνδυνο...

    ReplyDelete

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...