Monday, April 16, 2012

Η απάτη του Αγίου Φωτός






Αποσπάσματα από το έργο του Κυριάκου Σιμόπουλου “Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα”, Τόμος Α, σελ.548-558





Κάθε χρόνο τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου γιορτάζεται στο κουβούκλιο του Αγίου Τάφου η τελετή της “θαυματουργής” άφιξης του αγίου φωτός. Σύμφωνα με τη δυσειδαιμονία των πιστών το άγιο φως καταφθάνει στο ναό της Αναστάσεως στην Ιερουσαλήμ για να τους φωτίσει, χωρίς βέβαια να το καταφέρει διόλου αιώνες τώρα. Η αναπαράσταση αυτή, αν και στηλιτεύθηκε σφοδρά από τους Καθολικούς, οι οποίοι κατηγορούσαν τους Ορθόδοξους για “ανίερη σκηνοθεσία και βαρβαρότητα”, αρχικά είχε εφαρμοσθεί από τους Φράγκους και κληροδοτήθηκε στους Ορθόδοξους. Επί Καρλομάγνου τα προσκυνήματα των Αγίων Τόπων είχαν παραχωρηθεί από τους Άραβες στην παπική εκκλησία. Το 814 όμως πέθανε ο Καρλομάγνος και οι Άραβες κατήργησαν πολλά από τα οικονομικά προνόμια των παπικών. Τότε επινοήθηκε το απατηλό αυτό θαύμα γαι την οικονομική εκμετάλλευση των προσκηνυτών.
Το 1118 όμως ο Σαλάχ ελ Ντην παραχώρησε τα προσκυνήματα στους Ορθόδοξους. Από εδώ και στο εξής “ο πατριάρχης των Ελλήνων θα είναι ο κύριος του Καμαρέ (του ναού του Αγίου Ταφου)”. Μετά την επίτευξη της απόκτησης των κερδοφόρων προσκηνυμάτων οι Ορθόδοξοι καταφέρνουν μέχρι και σήμερα να εκμεταλλεύονται πολύ αποτελεσματικά τη δυσειδαιμονία και βλακώδη ευπιστία των πιστών.
Το 1651 ταξίδεψε στην Παλαιστίνη ο Γάλλος κληρικός Doubdan και κατέγραψε τις εμπειρίες στο χρονικό του. Αφού παρακολούθησε την τελετή κατηγόρησε τους ορθόδοξους ότι “οι σχησματικοί ιεράρχες ανάβουν τη λυχνία του Αγίου Τάφου με το τσακμάκι και αφήνουν να πιστεύουν οι χριστιανοί ότι το φως κατέβηκε αθέατο από τον ουρανό ώστε να τρέχουν προσκυνητές στην Ιερουσαλήμ από όλα τα σημεία του κόσμου.” Περιγράφει επίσης την συμπεριφορά των πιστών αλλά και την τελετή:
Όλα τα καντήλια του ναού ήταν σβησμένα, ο Άγιος Τάφος κλειδωμένος, την πύλη φρουρούσαν έξι γενίτσαροι. Κατά τη μία το μεσημέρι όλοι αυτοί οι σχησματικοί και αιρετικοί Έλληνες, Αρμένιοι, Σύροι, άνδρες και παιδιά, φορτωμένοι με λαμπάδες πιάστηκαν χέρι χέρι, ανά τρεις, τέσσερις ή πέντε και άρχισαν να σιγοτρέχουν γύρω από τον Άγιο Τάφο κραυγάζοντας ελέησον, ελέησον.[…]Και όσο περισσότεροι έμπαιναν τόσο πιο γρήγορα έτρεχαν και τόσο δυνατότερα ξεφώνιζαν, υψώνοντας χέρια και λαμπάδες προς τον ουρανό.[…]Οι γυναίκες από την πλευρά τους ξεφώνιζαν θρηνώντας σπαρακτικά και αναστενάζοντας.[…]Καθώς πλήθαιναν εκείνοι που έτρεχαν, οι Έλληνες – και οι Τούρκοι ακόμα – που βρίσκονταν στην πύλη του Αγίου Τάφου, χτυπούσαν τους δρομείς με ραβδιά και σκοινιά για να τρέχουν και να κραυγάζουν πιο πολύ. Και έβλεπες να πέφτει ο ένας πάνω στον άλλο, να γκρεμίζονται καταγής μέσα σε ένα τρομερό πανδαιμόνιο που έκανε το ναό να τρέμει ολόκληρος. Αφού έτρεξαν και ούρλιαξαν δυο ώρες χωρίς ούτε μια στιγμής διακοπή, μη μπορώντας, ξεπνοϊσμένοι πια, να συνεχίσουν άρχισαν να τραβολογούν και τους άλλους για να τρέξουν και να ξεφωνίσουν όπως και κείνοι. Με γρόθους και με λακτίσματα ανάγκαζαν, ακόμα και τους γέροντες, να χοροπηδούν.[…]
Αλλά το πιο παράξενο, εκείνο που μ’ έκανε να σαστίσω, ήταν το περιστατικό με τα έξι περιστέρια που είχαν τις φωλιές τους στο θόλο του ναού. Τρομαγμένα από τη θύελλα της οχλοβοής και το ποδοβολητό άρχισαν να φτεροκοπούν πέρα δώθε στην εκκλησία. Οι φτωχές και αθώες γυναικούλες πίστεψαν πως τα περιστέρια ήταν οι προπομποί του Αγίου Πνεύματος, το μήνυμα ότι, όπου να ναι, κατεβαίνει το Άγιο Φως. Δυνάμωσαν λοιπόν τους αναστεναγμούς και τις δεήσεις, με χειρονομίες τόσο απλοϊκές που σου έρχονταν γέλια. Γύρω στις πέντε η ώρα, οταν ο ναός γέμισε εντελώς και το παραλήρημα έφτασε στο αποκορύφωμα του οι Έλληνες άρχισαν την τελετή τους. Μπροστά μπροστά βάδιζαν 12 ρασοφόροι κρατώντας μικρά λάβαρα σαν τα δικά μας και ακολοθούσαν 15 ή 16 με πελώριες λαμπάδες. Ύστερα πρόβαλαν 25 ή 30 αρχιεπίσκοποι, μητροπολίτες και ιερείς, ντυμένοι με πλούσια φαιλόνια ελληνικού τύπου και κρατώντας ένα μικρό σταυρό στο ένα χέρι και στο άλλο μια δέσμη κεριά δεμένα με μεταξωτές κόρδέλλες.Ανάμεσά τους βάδιζαν και πολλοί προσκυνητές φορτωμένοι με λαμπάδες. Ακολουθούσαν 4 διάκονοι που οπισθοχωρόντας θυμιάτιζαν αδιάκοπα τον Πατριάρχη, κι ύστερα άλλοι δύο διάκονοι που κρατούσαν το επιγονάτιο μπροστά του. Ο Πατριάρχης ήταν ντυμένος με βελουδένια χρυσοκέντητα άμφια, ασημούφαντο φαιλόνιο κι είχε ολόχρυση μήτρα στο κεφάλι. Στο αριστερό χέρι κρατούσε ένα μικρό σταυρό και στο δεξί την ποιμαντορική ράβδο. Τον συνόδευαν 3 ή 4 ακόμα διάκονοι καθένας με ένα χρυσό “ήλιο” απαστράποντα στην άκτη ενός κοντού μήκους έξι ποδών και πολλούς κωδωνίσκους, τα λεγόμενα σεραφείμ. Τους κρατούσαν γερμένους προς την κεφαλή του Πατριάρχη και τους ανασάλευαν κάθε τόσο για να ηχούν οι κωδωνίσκοι. Κι ενώ η πομπή έκανε τρείς γύρους περί τον Άγιο Τάφο, Έλληνες και Τούρκοι απομάκρυναν με τα ραβδιά τους τα πλήθη ανοίγοντας δίοδο για τον κλήρο. Όλα αυτά γίνονταν με κραυγές και επιφωνήματα τόσο τρομακτικά που νόμιζες πως ξεχείλησε η κόλαση σ’ ένα πανηγύρι δαιμόνων. Τελικά ο Πατριάρχης με 5 ή 6 μονάχα μητροπολίτες ζυγώνει στην πύλη του Αγίου Ταφου όπου του αφαιρούν το φαιλόνιο για να μπει. Εκείνη τη στιγμή ξεσπάει καινούριο πανδαιμόνιο.[…]
Τα χέρια υψώνονται ψηλά με τις λαμπάδες, τα μάτια είναι στυλωμένα στο θόλο του ναού σε αγωνιώδη προσμονή της στιγμής που αθα κατέβει το Άγιο Φως. Και στις εξέδρες οι γυναίκες πολλαπλασιάζουν τα ξεφωνητά και τους στεναγμούς, σαλεύουν τα χέρια τους σε δέηση προς τον ουρανό, λες και εκλιπάρούν το θεό να στείλει, επιτέλους, αυτό το φως που με τόση λαχτάρα προσμένουν. Μέσα σε αυτή την οχλοβοή ο Πατριάρχης μπαίνει στον Αγιο Τάφο. Οι γενίτσαροι φρουρούν αυστηρά την είσοδο ώστε να μη δει κανείς τι συμβαίνει στο εσωτερικό. Εκεί ο Πατριάρχης μ’ ένα τσακμάκι δίνει φωτιά και ανάβει τα καντήλια και μια δέσμη λαμπάδες που κρατάει στα χέρια του. Βλέποντας τα πλήθη να βγαίνει με το πολυπόθητο φως ξεσπούν σε επιφωνήσεις ευτυχίας, σε κραυγές χαράς, σε ομαδικό παραλήρημα ενθουσιασμού που είναι αδύνατο να περιγραφεί. Κι ορμούν κατεπάνω του για να ανάψουν τις λαμπάδες τους από τις δικές του, για να έχουν άμεση επαφή με το Άγιο Φως.
Δέκα βήματα πρέπει να διατρέξει για να φτάσει στο ιερό. Αλλά γι αυτά τα 10 βήματα χρειάστηκε πάνω από ένα τέταρτο της ώρας. Τον έχουν κυκλώσει από όλες τις μεριές, τον συμπιέζουν, τον συνθλίβουν. Είναι σκεπασμένος από δάσος χεριών και από λαμπάδες, έτσι που δεν διακρίνεται πια καθόλου. Εκείνοι που βρίσκονται 15 βήματα πίσω, απλώνουν τα χέρια τους ν’ αρπάξουν λαμπάδες από τους κοντινούς, οι λαμπάδες θρυμματίζονται γίνονται κομμάτια, δεν απομένει ούτε μία γερή. Οι ραβδούχοι που αγωνίζονται να επιβάλλουν την τάξη, άλλους σημαδεύουν και άλλους χτυπάνε. Κι ο Πατριάρχης που κρατάει υψωμένα τα κεριά δέχεται συνεχώς στυπήματα στα χέρια. […] Μερικοί είτε από κάποια ειδική εύνοια, είτε ύστερα από μερικούς ραβδισμούς, είτε με μερικά πιάστρα που δίνουν στους γενίτσαρους μπαίνουν στον ίδιο τον Άγιο Τάφο, ανάβουν τις λαμπάδες τους από τα ίδια τα καντήλια που πρωτοδέχθηκαν το άγιο φως και βγαίνουν υπερήφανοι και πανευτυχείς. […] Το βράδυ οι Τούρκοι επέτραψαν σ’ όποιον πλήρωνε 2 ή 3 μεδίνες να μπαίνει στον Άγιο Τάφο. Αλλά όποιος πλησίαζε με άδεια χέρια ήταν βέβαιος πως θα δεχθεί μερικά χτυπήματα από τα ραβδιά των Τούρκων, πράγμα που προκαλούσε γενική θυμηδία. Κι όλο αυτό το πλήθος πέρασε τη νύχτα ξαπλωμένο στο πλακόστρωτο του Ναού.
Παρόμοια κατάσταση αναφέρεται στο χρονικό του Ιππότη D’Avieux που εξιστορεί το Πάσχα του 1653. Ενδεικτικά κάνει λόγο για “ανδρες, γυναίκες και παιδιά που έσμιγαν τις φωνές τους σε ένα τρομερό πανδαιμόνιο” καθώς οι “γενίτσαροι άνοιγαν δρόμο με τα ραβδιά τους επιβάλλοντας, όσο μπορούσαν, την τάξη” για να περάσουν οι ρασοφόροι. Μόλις βγήκε ο Πατριάρχης με το φως οι πιστοί παραληρούν τόσο, που “θα ποδοπατούσαν και θα έλυωναν τον αρχιεπίσκοπο αν δεν τον έσωζαν οι γενίτσαροι με τα ραβδιά τους συνοδεύοντας τον μέχρι το ιερό”. Αφού βγήκε ο ρασοφόρος με το άγιο φως επικρατεί πανδαιμόνιο και “δεν έβλεπες παρά φλεγόμενα γένεια, αιμόφυρτα κεφάλια, σχισμένες φορεσιές, μάτια μαυρισμένα, πρόσωπα γρατζουνισμένα, χέρια σπασμένα, τραυματισμένα, εξαρθωμένα”. Αναφέρει επίσης έναν άνδρα που, φορτωμένος με ένα τεράστιο τύμπανο, έτρεχε γύρω από τον Άγιο Ταφο, όσο εφικτό ήταν αυτό λόγω του συνωστισμού. Πίσω του ήταν ένας ακόμα άνδρας με δύο ρόπαλα που χτυπούσε μανιωδώς το τύμπανο. Κατα τη διάρκεια της τελετής επικρατούσε μια άθλια παραφωνία “καθώς όλοι έψελναν στη γλώσσα τους”. Αφού τελείωσε η τελετή “όλοι άρχισαν να ροκανίζουν σαν πεινασμένοι λύκοι” κρέατα που οι πιστοί είχαν φέρει μαζί τους. Λογικό μετά από μια εξαντλητική νηστεία 40 ημερών.
Οι περισσότεροι κληρικοί βέβαια υπερασπίζονταν (όπως γίνεται μέχρι σήμερα) την ιερή αυτή απάτη. Υπήρξαν όμως και κληρικοί που στιγμάτιζαν το “θαυματούργημα” επειδή αποτελούσε, κατα τη γνώμη τους, προσβολή εναντίον της πίστης και εξαχρίωνε τον απαίδευτο λαό. Το 1775 ο Ελευθέριος Μιχαήλος ο Λαρισαίος ρωτούσε τον σοφό κληρικό Νικηφόρο Θεοτόκη για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ο Θεοτόκης απαντησε ότι το άγιο φως “ουκ απ’ ουρανού κατέρχεται, ουδ’ από του τάφου αναβλύζει” αλλά ο κληρικός “τον πυρίτην παίων, πυρ εξάγει επάνω του ζωοδόχου τάφου”.
Το πατριαρχείο είχε ήδη απαντήσει στις επικρίσεις των φωτισμένων Ελλήνων με ποινή αφορισμού που εξέδωσε το 1727 ο Πατριάρχης Κων/λεως Παϊσιος. Ιδού και μερικά αποσπάσματα από το κείμενο του αφορισμού  "Οσοι δε των Χριστιανών [...] από ανευλαβειαν και ολιγοπιστίαν [...] εμποδίζουσι και αποκόπτουσι με ματαιολόγους φλυαρίας και ψυχρολογίας ή με κανένα άλλον τρόπον σατανικής απάτης τους Χριστιανούς από το να απέρχωνται εις προσκύνησιν του αγίου Τάφου [...] οι τοιούτοι, αν δεν παύσωσιν, αφωρισμένοι είησαν". Αλλα και ο Κοραής καταδίκασε την απάτη στο "Διάλογο περί του Ιεροσολύμοις Αγίου Φωτός". Κατηγορεί τους ιερείς για αγυρτία που δημιουργεί πλάνες στο λαό με τα "εξ ουρανού ψευδοκατέβατα φώτα. Και ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το διάλογο:
"Ω μωρία! Ω τυφλώτης! Άρα εσυλλογίσθηκαν ποτέ πόση ζημία προξενούν εις το Γένος, γενόμενοι εμπόδιο της προκοπής και της ευδαιμονίας των Ελλήνων;" Γεγονός πάντα επίκαιρο και πάντα αληθινό για όλες τις θρησκείες και όλα τα έθνη.

No comments:

Post a Comment

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...