Monday, May 21, 2012

Eduardo Galeano – Μνήμη της Φωτιάς (ΙΙ) –Τούπακ Αμάρου Β’ (Β’ μέρος)



συνέχεια από το Ά μέρος

1781 – Κούσκο
Οι δρόμοι του Περού είναι όλο σκόνη και πόνο

Με το κορμί γεμάτο βόλια, άλλοι καθισμένοι και άλλοι ξαπλωμένοι, προσπαθούσαν ακόμα να υπερασπισθούν τον εαυτό τους πετώντας μας πέτρες… Πλαγιές των βουνών σπαρμένες με πτώματα: ανάμεσα στους νεκρούς, τις λόγχες και τις σκισμένες σημαίες, οι νικητές προσπαθούν να μαζέψουν τις σκόρπιες καραμπίνες.
Ο Τούπακ Αμάρου δεν εισέρχεται στην ιερή πόλη νικητής, επικεφαλής του άτακτου στρατού του, αλλά αλυσοδεμένος πάνω σε μουλάρι, με τις αλυσίδες να σέρνονται στο πλακόστρωτο. Πηγαίνει, ανάμεσα σε δύο σειρές από στρατιώτες, στη φυλακή. Οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούν ξέφρενα.
Ο Τούπακ Αμάρου είχε δραπετεύσει κολυμπώντας στο ποταμό Κομπαπάτα, αλλά στο χωρίο Λάνγκι έπεσε σε ενέδρα. Τον πρόδωσε ένας οπλαρχηγός του, ο Φρανσίσκο Σάντα Κρουζ, που ήταν και φίλος του.
Ο προδότης δεν ψάχνει σκοινί να κρεμαστεί. Θα λάβει δύο χιλιάδες πέσος και τίτλο ευγενείας.



1781 – Κούσκο
Διαταγή του Αρέτσε όσον αφορά τις παραδοσιακές ενδυμασίες των Ίνκα, και η υποχρέωση να μιλούν όλοι οι Ινδιάνοι τη γλώσσα της Καστίλης

Απαγορεύεται να φορούν παραδοσιακές ενδυμασίες οι Ινδιάνοι, ιδιαιτέρως οι ευγενείς τους, διότι τους θυμίζουν τους Ίνκα προγόνους τους, και η ανάμηνηση τους αυτή τους προκαλεί διαρκώς μεγαλύτερο μίσος εναντίον του κυρίαρχου έθνους. Εκτός του ότι η εμφάνιση τους είναι γελοία και καθόλου κατάλληλη, σύμφωνα με το ήθος της θρησκείας μας, τοποθετούν σε διάφορα σημείας τον ήλιο, την παλιά τους θεότητα. Η απόφαση να απαγορευθούν εντελώς παρόμοιες ενδυμασίες, καθώς και κάθε είδους μορφής αναπαράστασης ή προσωπογραφίες των Ίνκα, ισχύει για όλες τις επαρχίες της Νότιας Αμερικής.
Και για να απαλλαχθούν από το μίσος εναντίον των Ισπανών, να ντυθουν σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, να υιοθετήσουν την ισπανική ενδυμασία και να μιλήσουν τη γλώσσα της Καστίλλης, θα απαιτηθεί μεγαλύτερη αυστηρότητα σπ΄ ότι μέχρι σήμερα υπήρξε στα σχολεία, και δίκαια θα τιμωρούνται, χωρίς καμία επιείκεια, όσοι δεν θα μιλούν τη γλώσσα μετά το πέρας ενός χρονικού διαστήματος που θα κριθεί αναγκαίο για την εκμάθηση της…

(σημείωση: ο Αρέτσε ήταν εκπρόσωπος του βασιλιά, γενικός διοικητής και ανώτατος δικαστής)

1781 – Κούσκο
Η Μικαέλα

Στον πόλεμο αυτό, όπου η γη αναστέναξε όπως στους πόνους της γέννας, η Μικαέλα Μπαστίδας δεν γνώρισε ούτε μια στιγμή ανάπαυλας και παρηγοριάς. Η γυναίκα με τον λαιμό πουλιού διέτρεξε τη χώρα απ’ άκρη σε άκρη, προσηλυτίζοντας όλο και περισσότερους, στέλνοντας στο μέτωπο νέες δυνάμεις, λιγοστά όπλα, κάποιο καννοκιάλλι που της ζήτησαν, φύλλα κόκας και ώριμα καλαμπόκια. Τα άλογα κάλπαζαν ασταμάτητα, μεταφέροντας από βουνό σε βουνό  τις διαταγές της, αναφορές, γράμματα και φύλλα πορείας. Έστειλε επανειλημμένα μηνύματα στον Τούπακ Αμάρου, παροτρύνοντας τον να επιτεθεί επιτέλους με τον στρατό του στο Κούσκο, προτού ενισχύσουν οι Ισπανοί την άμυνα τους και προτού οι εξεγερμένοι σκορπίσουν αποθαρρυμένοι. “Τσέπε”, του έγραφε, “αγαπημένε μου Τσέπε, σε έχω ειδοποιήσει πολλές φορές…”
Η Μικαέλα, δεμένη στην ουρά ενός αλόγου, εισέρχεται τώρα στην κεντρική πλατεία του Κούσκο, που οι Ινδιάνοι αποκαλούν Πλατεία των Θρήνων. Την έχουν μέσα σε ένα τσουβάλι, από αυτά που μεταφέρουν τα μάτε στην Παραγουάη. Τα άλογα σέρνουν προς το ικρίωμα και τον Τούπακ Αμάρου, και τον γιο τους Ιππόλυτο. Ο άλλος γιος τους, ο Φερνάντο, κοιτάζει.

1781 – Κούσκο
Ιερή Βροχή

Το παιδί θέλει να στρέψει το κεφάλι, όμως οι στρατιώτες το υποχρεώνουν να κοιτάξει. Ο Φερνάντο βλέπει τον δήμιο να ξεριζώνει τη γλώσσα του αδερφού του, Ιππόλυτο, και να τον σπρώχνει από τα σκαλιά του ικριώματος. Ο δήμιος θα κρεμάσει και τους θείους του Φερνάντο, και τον σκλάβο Αντόνιο Ομπλίτας, που ζωγράφισε το πορτραίτο του Τούπακ Αμάρου, και στην συνέχεια θα τον κομματιάσει το τσεκούρι. Ο Φερνάντο κοιτάζει. Αλυσοδεμένος χειροπόδαρα, ανάμεσα σε δύο στρατιώτες που τον υποχρεώνουν να κοιτά, ο Φερνάντο βλέπει τον δήμιο να στραγγαλίζει την Τομάσα Κοντεμάιτα, τη γυναίκα φύλαρχο του Άκος, που με τον γυναικείο στρατό κατατρόπωσε τους Ισπανούς. Τότε ανεβαίνει στην εξέδρα η Μικαέλα Μπαστίδας, αλλά ο Φερνάντο δεν μπορεί να δει καλά. Τα μάτια του θολώνουν καθώς ο δήμιος πιάνει τη γλώσσα της Μικαέλα, κι ένα σύννεφο από δάκρυα σκεπάζει τη μύτη του παιδιού όταν καθίζουν την μητέρα του για την ύστατη τιμωρία: η θηλιά δεν καταφέρνει να πνίξει τον λεπτό λαιμό, κι αναγκάζεται να σφίξει το σκοινί ο δήμιος, και να την αποτελειώσει με κλωτσιές στο στομάχι και το στήθος.
Ο Φερνάντο, που τον γέννησε η Μικαέλλα πριν από εννιά χρόνια, δεν βλέπει πλέον τίποτα, ούτε ακούει. Δεν βλέπει που φέρνουν τον πατέρα του, τον Τούπακ Αμάρου, που του δένουν τα χέρια και πόδια σε τέσσερα άλογα, με το κεφάλι να κοιτά τον ουρανό. Οι καβαλάρηδες σπιρουνίζουν τ’ άλογα με κατεύθυνση τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, όμως ο Τούπακ Αμάρουν δεν διαμελίζεται. Βρίσκεται μετέωρος στον αέρα, μοιάζει με αράχνη, τα σπιρούνια τρυπούν τις κοιλιές των αλόγων, που σηκώνονται στα δύο πόδια και ορμούν μέ όλη τους τη δύναμη, όμως ο Τούπακ Αμάρου παραμένει ακέραιος.


Είναι εποχή μεγάλης ξηρασίας στην κοιλάδα του Κούσκο. Ακριβώς στις δώδεκα το μεσημέρι, καθώς τα άλογα τραβούν το κορμί του Τούπακ Αμάρου, που μένει ακέραιο, μια νεροποντή πέφτει ξαφνικά από τον ουρανό: ένας κατακλυσμός, λες κι ο Θεός, ή ο Ήλιος, ή κάποιος άλλος, αποφάσισε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να βρέξει ώστε να τυφλώσει τα μάτια του κόσμου.

1799 – Μαδρίτη
Ο Φερνάντο Τούπακ Αμάρου

Κάπου σ’ ένα δρόμο μια κιθάρα αναστενάζει.
Στο εσωτερικό ενός σπιτιού, ο Φερνάντο Τούπακ Αμάρου έχει ρίγη από πυρετό και, καθώς αργοπεθαίνει, βλέπει στον ύπνο του ότι βγάζει χιόνι από το στόμα.
Δεν θα φτάσει τα τριάντα ο γιος του μεγάλου φύλαρχου του Περού. Πάμφτωχος, θα δει τη σύντομη ζωή του, όλο εξορίες και φυλακές, να τελειώνει στη Μαδρίτη.
Πριν από είκοσι χρόνια, μια καταρρακτώσης βροχή έπεσε στην Κεντρική Πλατεία του Κούσκο, κι από τότε δεν έχει πάψει να βρέχει στον κόσμο.
Ο γιατρός του Φερνάντο λέει πως ο Φερνάντο πέθανε από μελαγχολία.

No comments:

Post a Comment

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...