Sunday, June 3, 2012

Η ζωή σε ένα στραπόπεδο συγκέντρωσης



Οι περιγραφές στηρίζονται στη μαρτυρία του Primo Levi, που “φιλοξενήθηκε”, όπως θα έλεγαν σήμερα, για περίπου ένα χρόνο στο Άουσβιτς. Το “αν αυτό είναι ο άνθρωπος” εκδόθηκε το 1947. Σαράντα χρόνια αργότερα ο συγγραφέας αυτοκτονεί στο Τορίνο.



Το φορτηγό σταματάει μπροστά από μια μεγάλη πύλη με την επιγραφή “Αrbeit macht Frei” (=η εργασία απελευθερώνει). Οι 96 επιβάτες, όλοι άντρες που είναι υγιείς και ικανοί για εργασία, έφτασαν αρχικά στοιβαγμένοι σε ένα τρένο μαζί με τις οικογένειες τους. Τους επιβλήθηκε να χωριστούν. Κανείς δεν μπορεί να σκεφτεί τι επιφυλάσσει το μέλλον, καθώς κανείς δεν νιώθει ότι  μπορεί να ελέγξει το παρών ούτε στο ελάχιστο. Τους οδηγούν σε ένα θάλαμο. Στο θάλαμο υπάρχει μια βρύση, αλλά η ταμπέλα προειδοποιεί ότι το νερό δεν είναι πόσιμο. Όλοι οι θαμώνες έχουν να πιουν νερό τέσσερις μέρες. Ορισμένοι ρισκάρουν και παρακινούν και τους υπόλοιπους να πιουν. Το νερό είναι γλυφό και χλιαρό και ίσως προέρχεται από κάποιο έλος. Ο Δάντης στη Κωμωδία του περιγράφει τα βασανιστήρια των αμαρτωλών στην κόλαση, αλλά δεν συμπεριέλαβε το παραπάνω. Ο Διάβολος, που τις τιμωρίες που εφαρμόζει τις έμαθε από τους ανθρώπους, παίρνει καινούριες ιδέες. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει αργά αλλά με σταθερά βήματα ο αξιωματικός. Αφού βρίσκει έναν μεταφραστή μέσα από το τρομαγμένο και ταλαιπωρημένο πλήθος, του εξηγεί τη διαδιακασία: θα κάνουν γραμμές ανά πέντε, θα γθυδούν όλοι, θα ξεδιαλέξουν τα μάλλινα ρούχα από τα υπόλοιπα και θα ξεχωρίσουν και τα παπούτσια τους. Ένας άλλος Γερμανός σαρώνει με μια σκούπα τα παπούτσια δημιουργώντας ένα τεράστιο σωρό. Είναι τρελός, τα ανακάτεψε 96 ζευγάρια, πως θα τα ταιριάξουμε μετά; Ακολουθεί κούρεμα και ξύρισμα. Οι κουρείς φορούν ριγέ στολές και έχουν ραμμένο ένα νούμερο στο στήθος. Αργότερα μαθαίνουν ότι θα τους δωθούν ρούχα και παπούτσια αλλά όχι τα δικά τους. Πρώτα όμως πρέπει να απολυμανθούν και γι αυτό παραμένουν γυμνοί μες το κρύο. Αφού απολυμανθούν θα ξεκινήσουν να δουλεύουν στα γύρω εργοστάσια. Θα είναι πλέον Häftlinge (=κρατούμενοι).

Το στρατόπεδο φαίνεται να είναι τετράγωνο με πλευρές μήκους 600 μέτρων και περιστοιχίζεται από διπλό συρματόπλεγμα. Υπάρχουν περίπου 50 παραπήγματα, αλλά κατασκευάζονται ακόμα 10. Εκτός από αυτά υπάρχουν κτίσματα που στεγάζουν τις κουζίνες, μια πειραματική αγροτική επιχείρηση που την έχουν αναλάβει προνομιούχοι κρατούμενοι, τα λουτρά και τα αποχωρητήρια. Υπάρχουν όμως και άλλα Μπλοκ. Ένα από αυτά, το Μπλοκ 7, προορίζεται για τους Prominenz, δηλαδή την αριστοκρατία, αυτούς που έχουν ανώτερες θέσεις. Ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται η είσοδος στους κοινούς κρατούμενους. Στο Μπλοκ 47 κατοικούν οι Άριοι Γερμανοί, πολιτικοί ή ποινικοί κρατούμενοι. Υπάρχει επίσης το Μπλοκ 29, του οποίου τα παράθυρα είναι πάντα κλειστά. Λέγεται και Frauenblock (=το μπλοκ των γυναικών). Στο μπλοκ 29 οι Άριοι, και μόνο αυτοί, επιτρέπεται να ξεσπούν τις ορμές τους πάνω σε Πολωνές κρατούμενες. Το Frauenblock είναι το πορνείο του στρατοπέδου. Τα πάντα ρυθμίζονται και αποφασίζονται από τη Κεντρική διοίκηση του στρατοπέδου στο Μπλοκ 37.

Τα κοινά μπλοκ αποτελούνται από δύο χώρους. Ο ένας προορίζεται για τον αρχηγό του παραπήγματος. Ο αρχηγός έχει το προνόμιο να κατέχει διακοσμητικά στους τοίχους, όπως επίσης ένα τραπέζι, καρέκλες και πάγκους. Κατέχει επίσης τα σύνεργα του κουρέα, τις κουτάλες για το μοίρασμα της τροφής και δύο λαστιχένια μαστίγια για την επιβολή της τάξης. Στον άλλο χώρο, αυτόν των υπόλοιπων κρατουμένων, υπάρχουν 148 κουκέτες  βαλμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτεται όσο το δυνατόν περισσότερος χώρος. Στις ανθρώπινες αυτές κυψέλες θα ξαπλώνουν πάνω στα αχυρένια στρώματα περίπου 200 με 250 κρατούμενοι. Λόγω της πολυκοσμίας απαγορεύεται ο κρατούμενος να εισέρχεται σε μπλοκ εκτός από το δικό του. Κάθε πρωί και βράδυ οι κρατούμενοι μαζεύονται στην Κεντρική Πλατεία του στρατοπέδου για να τους ανατεθούν εργασίες και για να καταμετρηθούν. Σε ένα σημείο η πλατεία έχει ένα παρτέρι με το γρασίδι του επιμελώς περιποιημένο. Εκεί στήνεται η αγχόνη, όταν παραστεί η ανάγκη.

Ο Häftling αναγκάζεται να μαθαίνει γρήγορα. Ανακαλύπτει ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες κρατούμενων στο στρατόπεδο: οι ποινικοί, οι πολιτικοί και οι Εβραίοι. Όλοι φορούν ριγέ στολή αλλά οι ποινικοί έχουν ραμμένο ένα πράσινο τρίγωνο, οι πολιτικοί ένα κόκκινο, και οι Εβραίοι, που είναι η πλειοψηφία, έχουν το άστρο του Δαβίδ. Οι SS υπάρχουν αλλά σπάνια επισκέπτονται ο στρατόπεδο. Τη θέση τους έχουν αναλάβει οι κρατούμενοι με το πράσινο τρίγωνο, που έχουν πλήρη εξουσία πάνω στους κρατούμενους. Οι εξουσιαστές κρατούμενοι έχουν ως βοηθούς όσους το επιθυμούν από τις άλλες δύο κατηγορίες, που δεν είναι λίγοι.

Στο στρατόπεδο το καθετί είναι χρήσιμο. Ένα κομμάτι σύρμα για τα παπούτσια, ένα κομμάτι χαρτί για τυλιχτείς  κάτω από τη ζακέτα (αν και απαγορεύεται) είναι τόσο σημαντικά όσο το κάθε ψίχουλο που κόλλησε στον πάτο της καραβάνας. Ο κρατούμενος μαθαίνει να κερδίζει περισσότερη τροφή. Υπολογίζοντας τη στάθμη στα καζάνια της σούπας προτιμά να του σερβίρουν από αυτό που έχει τη λιγότερη ποσότητα όταν βρίσκεται στην ουρά του σισσιτίου. Ξέρει επίσης ότι λίγο να χαλαρώσεις την προσοχή σου, θα σου κλέψουν τα πάντα, οπότε μαθαίνει να κοιμάται με ένα μπόγο με τα υπάρχοντα του για μαξιλάρι και να τον κουβαλάει μαζί του στο λουτρό. Τα υπάρχοντα αυτά είναι συνήθως τα παπούτσια και η καραβάνα του. Τα παπούτσια είναι εξίσου σημαντικά με την καραβάνα. Εάν υπάρξει οποιοδήποτε πρόβλημα με τα παπούτσια των κρατουμένων, οι παραπονούμενοι πρέπει να βγούν στην βραδυνή τελετή αλλαγής παπουτσιών. Εκεί ο κρατούμενος πρέπει να επιλέξει με μια ματιά ένα ζευγάρι μέσα σε ένα σωρό με παπούτσια. Αν δεν διαλέξει το σωστό νούμερο θα αντιμετωπίσει το θάνατο, διότι αλλαγές στα νούμερα δεν επιτρέπονται. Στο στρατόπεδο ο θάνατος μπορεί να έρθει από τα παπούτσια: προκαλούνται πληγές στα πόδια που αργότερα μολύνονται. Αυτό σημαίνει ότι ο κρατούμενος αδυνατεί να ακολουθήσει τους υπόλοιπους με αποτέλεσμα να ανταμοίβεται με ξυλοδαρμούς. Από την άλλη ο κρατούμενος δεν ρισκάρει να πάει στο αναρρωτήριο, γιατί ξέρει ότι αν οι γιατροί του διαγνώσουν dücke Füsse (=πρησμένα πόδια) δεν θα επιβιώσει ούτε στιγμή καθώς θα πάσχει από ανίατη νόσο για τα δεδομένα του στρατοπέδου.

Το πρωινό ξύπνημα συνοδεύεται από πανικό. Μόλις ανάψουν τα φώτα οι κρατούμενοι πρέπει να τινάξουν τις κουβέρτες τους και να στρώσουν τα κρεβάτια τους, άλλοι μισοντυμένοι μες στο κρύο τρέχουν στα αποχωρητήρια. Έχουν 5 λεπτά μέχρι να αρχίσει η διανομή του ψωμιού. Πολλοί, από φόβο μην χάσουν τη διανομή, προτιμούν να τα κάνουν επάνω τους. Το ψωμί εκτός από τροφή είνα και μονάδα μέτρησης αξίας, δηλαδή χρήμα. Η πρωινή διανομή του ψωμιού είναι η στιγμή που οι διάφοροι οφειλέτες μπορούν να εξοφλήσουν τους χθεσινούς δανειστές τους. Στο στρατόπεδο λειτουργεί “χρηματιστήριο” που διέπεται από τους νόμους της “αγοράς”. Για παράδειγμα κάθε τόσο πραγματοποιείται η αλλαγή των ρούχων. Όλοι οι κρατούμενοι είναι αναγκασμένοι να δώσουν τα ρούχα τους  για απολύμανση και μετα τους ξαναμοιράζονται τυχαία. Ορισμένοι κρατούμενοι έχουν στην κατοχή τους ένα επιπλέον πουκάμισο, προϊον κλοπής ή ανταλλαγής με ψωμί. Σε περίπτωση που έχουν πληροφορίες ότι επίκειται η απολύμανση τρέχουν στο χρηματιστήριο να πουλήσουν το εμπόρευμα τους πρωτού  η άφιξη των νέων πουκάμισων ή η μαζική πληροφόρηση για την επικείμενη άφιξή τους υποτιμήσουν την αξία του. Στο χρηματιστήριο δραστηριοποιούνται και οι επαγγελματίες κλέφτες της κουζίνας. Η αξία μιας μερίδας ψωμιού ισοδυναμεί με ένα λίτρο σούπα. Για τα λοιπά προϊοντα, όπως λαχανικά, η τιμή δεν είναι σταθερή. Οι κρατούμενοι έχουν και έναν άλλο τρόπο να εξοικονομούν λίγη παραπάνω τροφή. Στο στρατόπεδο πωλείται καπνός κακής ποιότητας έναντι κουπονιών που μοιράζονται στους καλύτερους κατάδικους εργάτες των εργοστασίων (ο Λέβι εργαζόταν σε εργοστάσιο παρασκευής ελαστικών). Φυσικά σπάνια δίνονταν τα κουπόνια εκεί που έπρεπε, συνήθως τα καρπώνονταν οι Κάπο και οι προνομιούχοι. Ο κρατούμενος σπάνια κρατάει τον καπνό για ιδιοχρησιμοποίηση. Προτιμά να τον πουλά σε πολίτες που δουλεύουν επίσης στα εργοστάσια, μαζί με τους κρατούμενους. Ο κρατούμενος πληρώνεται σε ψωμί. Αν ο καπνός δεν έχει αποκτηθεί με κουπόνι, τότε έχει αγοραστεί έναντι μιας ποσότητας ψωμιού. Στη συνέχεια ο κρατούμενος πουλάει τον καπνό σε ένα πολίτη, με απόλυτη μυστικότητα, για μία μερίδα ψωμιού ελαφρώς μεγαλύτερη της πρώτης. Ο κρατούμενος τρώει το μικτό κέρδος και επανεπενδύει το κεφάλαιο του, δηλαδή την αρχική μερίδα ψωμιού. Αν γίνει σύλληψη για Handel mit Zivilisten (εμπόριο με πολίτες), αν δεν υπάρχει κάποιος προστάτης να λύσει το ζήτημα, ο κρατούμενος  στέλνεται στα ανθρακορυχεία, γεγονός που σημαίνει θάνατος από εξάντληση μέσα σε λίγες εβδομάδες. Ο πολίτης μπορεί να καταδικαστεί σε εγκλεισμό έως 15 μήνες με τις ίδιες συνθήκες με τους υπόλοιπους. Διαφέρει όμως στο ότι δεν τον κορεύουν, του επιστρέφονται τα προσωπικά του αντικείμενα και εξαιρείται της “επιλογής”.

Η “επιλογή” είναι η διαδικασία διαλογής των μη “παραγωγικών” κρατούμενων. Τα θύματα της επιλογής θα οδηγηθούν στο θάνατο για να υπάρχει χώρος για τους νέους δούλους που θα έρθουν... Σε αυτό το σημείο αξίζει να μεταφέρω τα λόγια του συγγραφέα:
Στο παράπηγμα μας η επιλογή έληξε, αλλά συνεχίζεται στα άλλα και γι αυτό ισχύει ακόμα ο περιορισμός. Αλλά αφού έφτασαν εν τω μεταξύ τα δοχεία με τη σούπα, ο Blockältester (σημείωση: αυτολεξί ο “παλιός” του μπλοκ) αποφασίζει να αρχίσει τη διανομή. Στους επιλεγόμενους θα δοθεί διπλή μερίδα. Ποτέ δεν έμαθα εάν αυτή ήταν μια εκδήλωση του παράλογου οίκτου των Blockältester ή σαφής εντολή των SS, αλλά πράγματι στο διάστημα των δύο ή τριών ημερών (καποτε και μεγαλύτερο), ανάμεσα στην επιλογή και την αποχώρηση τους, τα θύματα του Μόνοβιτς – Άουσβιτς απολάμβαναν αυτό το δικαίωμα.
Ο Τζίγκλερ απλώνει την καραβάνα, παίρνει την κανονική μερίδα, μετά στέκεται εκεί περιμένοντας. “Τι άλλο θέλεις;” ρωτά ο Blockältester, δεν νομίζει ότι ο Τζίγκλερ δικαιούται συμπληρωματική μερίδα, τον διώχνει με μία σπρωξιά, αλλά αυτός επιστρέφει και ταπεινά επιμένει: ανήκει στην αριστερή πλευρά (αυτή των μελλοθάνατων), όλοι το είδαν, ας πάει ο Blockältester να συμβουλευτεί τις καρτέλες, δικαιούται διπλή μερίδα. Όταν την κέρδισε, επέστρεψε στην κουκέτα του για να φάει.
Τώρα ξύνουν όλοι προσεκτικά με το κουτάλι τον πάτο της καραβάνας, για τα τελευταία υπολέιμματα της σούπας, και αντηχεί μια μεταλλική σύγχηση η οποία σημαίνει το τέλος της ημέρας. Σιγά σιγά απλώνεται σιωπή και τότε, από την κουκέτα μου στον τρίτο όροφο, βλέπω και ακούω τον γέρο Κουν να προσεύχεται δυνατά, με τον μπερέ στο κεφάλι, κουνώντας βίαια το στήθος του. Ο Κουν ευχαριστεί τον Θεό γιατί γλύτωσε από την επιλογή. Ο Κουν είναι παράλογος. Δεν βλέπει στην διπλανή κουκέτα τον Μπέπο, τον Έλληνα που είναι 22 χρονών και μεθαύριο θα πάει στον θάλαμο αερίων, και το ξέρει, και μένει καρφωμένος με το βλέμμα καρφωμένο στη λάμπα χωρίς να λέει τίποτα, χωρίς να σκέφεται πλέον τίποτα; 

No comments:

Post a Comment

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...