Friday, September 14, 2012

Το δεξιό παρακράτος και η δολοφονία Λαμπράκη (1963)


Από το βιβλίο του Γιάννη Κάτρη, Η άνοδος του νεοφασισμού στην Ελλάδα, εκδόσεις Παπαζήση



[...] Tο τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου 1963, κατά τη διάρκεια ανεπίσημης επισκέψεως της βασίλισσας (Φρειδερίκης) στο Λονδίνο για να παραστεί στους γάμους της πριγκίπισσας Αλεξάνδρας του Κεντ μετά του κ. Άγκους Ότζιλβυ. Η Φρειδερίκη, που συνοδευόταν από την κόρη της Ειρήνη, βγαίνοντας από το ξενοδοχείο «Κλάριτζες» που είχε καταλύσει, βρέθηκε αντιμέτωπη με διαδηλωτές, που κρατούσαν πινακίδες με συνθήματα υπέρ της απελευθερώσεως των Ελλήνων πολιτικών κρατουμένων. Επί κεφαλής των διαδηλωτών ήταν η Μπέτυ Αμπατιέλου - Μπάρτλετ, Αγγλίδα σύζυγος Έλληνα συνδικαλιστή καταδικασμένου σε ισόβια δεσμά, ο οποίος σάπιζε στις ελληνικές φυλακές 16 ολόκληρα χρόνια, παρά τις περγαμηνές που διέθετε για τη συμβολή του στον συμμαχικό αγώνα. Στην πινακίδα της Αμπατιέλου ήταν γραμμένη η φράση: «Βασίλισσα Φρειδερίκη, απελευθέρωσε το σύζυγό μου».

Η Φρειδερίκη έντρομη επιχείρησε να οπισθοχωρήσει. Αλλά μια ομάδα διαδηλωτών την περικύκλωσε και της ζητούσε θορυβωδώς να τερματίσει το μαρτύριο των πολιτικών κρατουμένων. Φαίνεται ότι οι διαδηλωτές δεν ετήρησαν με σχολαστικότητα το σεβασμό που το πρωτόκολλο απαιτεί για το πρόσωπο της σεπτής βασίλισσας. Ο Βρετανός σωματοφύλακας της Φρειδερίκης απωθήθηκε βίαια. Η Αμπατιέλου την έπιασε γερά από τους ώμους, εμποδίζοντάς την να φύγει. Και κάποια άλλη δεν δίστασε να της δώσει μια ελαφριά κλωτσιά. Μερικοί την έφτυσαν. Τέλος, η «Γερμανίδα μαντάμ Νου» (όπως την αποκαλούσαν) κατόρθωσε να ξεφύγει από τον κλοιό και άρχισε να προχωρεί. Την ακολουθούσε όμως από κοντά ένας όμιλος διαδηλωτών, που κουνούσε τις πινακίδες και προσαγόρευε την στραπατσαρισμένη μεγαλειοτάτη με εκφράσεις που δεν είχαν ποτέ ακουστεί στην Αυλή της οδού Ηρώδου του Αττικού. Στην αμηχανία της η Φρειδερίκη, τρέχοντας μπήκε σε μια πάροδο, η οποία όμως ήταν αδιέξοδος. Πανικόβλητη χτύπησε το κουδούνι του πρώτου, μετά τη στροφή, σπιτιού και όταν η πόρτα άνοιξε εισόρμησε. Ο ένοικος του σπιτιού που παρουσιάστηκε άκουσε με κατάπληξη ότι η άγνωστη γυναίκα που μπήκε σπίτι του ήταν η κραταιά βασίλισσα της Ελλάδας και παρακαλούσε να παραμείνει εκεί επ' ολίγον... Φιλοφρονέστατος ο Βρετανός παρέσχε το ζητηθέν άσυλο, ωσότου επανεμφανίστηκε ο Άγγλος ντέτεκτιβ, ο οποίος εβεβαίωσε ότι είχαν αποκατασταθεί «συνθήκες ασφαλείας».

Πρέπει να σημειωθεί ότι πριν από το επεισόδιο η Αμπατιέλου εξ ονόματος των διαδηλωτών είχε ζητήσει να γίνει δεκτή από τη βασίλισσα για να της επιδώσει υπόμνημα υπέρ των πολιτικών κρατουμένων. Αλλά η Φρειδερίκη, μη μπορώντας να συνηθίσει στην ιδέα ότι βρισκόταν έξω από τα όρια του ελληνικού αστυνομικού κράτους, παρήγγειλε ιταμά με την υπηρεσία της ότι αρνείται να τη δεχτεί και αρνείται να πάρει το υπόμνημά της. Η Αμπατιέλου ζήτησε τότε να γίνει δεκτή από τον αυλάρχη Δημήτριο Λεβίδη. Αλλά και αυτός αντέταξε την ίδια κατηγορηματική άρνηση.

Την επομένη συνέβη κάτι που ήταν πολύ χειρότερο. Η Αμπατιέλου μετέβη στον πύργο του Ουίνδσωρ και ζήτησε να επιδώσει προσωπική επιστολή προς τη βασίλισσα της Μ. Βρετανίας. Η Ελισάβετ, αν και γνώριζε λεπτομερώς τα επεισόδια του «Κλάριτζες», αν και είχε πληροφορηθεί την άρνηση της Φρειδερίκης να δεχθεί το υπόμνημα, ωστόσο δέχτηκε την επιστολή της Αμπατιέλου. «Σας ικετεύω  - έγραφε - εν ονόματι της ανθρωπότητος όπως επέμβετε στη βασίλισσα της Ελλάδος, ο λόγος της οποίας θα ήτο αμέσως επαρκής διά την άμεσον απόλυσιν του συζύγου μου, ο οποίος είχεν αφιερώσει εαυτόν κατά τον πόλεμον εις την συμμαχικήν υπόθεσιν».
Η Φρειδερίκη είχε πάρει από τη βασίλισσα της Αγγλίας ένα μάθημα δημοκρατικής συμπεριφοράς, που θα της έκαιγε το μάγουλο για πολύ καιρό.

Το πρώτο επεισόδιο είχε λάβει χώρα στις 21 Απριλίου. Στις 22 σημειώθηκε και δεύτερο επεισόδιο, χωρίς χειροδικίες αυτή τη φορά. Η παραμονή όμως της Φρειδερίκης στη βρετανική πρωτεύουσα είχε καταντήσει εφιαλτική. Σαν κυνηγημένος κακοποιός αναγκαζότανε να μπαίνει και να βγαίνει στο ξενοδοχείο από μια μικρή πόρτα που χρησιμοποιούσε το υπηρετικό προσωπικό. Και τις νύχτες, όταν διπλοκλειδωμένη στο διαμέρισμά της και με σπασμένα νεύρα παραμέριζε την κουρτίνα του παράθυρου, διέκρινε στο πεζοδρόμιο του «Κλάριτζες» τη σιωπηλή σκιά της Αμπατιέλου — που έκανε «αγρυπνίες διαμαρτυρίας» — να βηματίζει επί κεφαλής των διαδηλωτών: Και σαν ξυπνούσε από εφιάλτες στη διάρκεια της νύχτας να την πάλι εκεί στο σκοτάδι αυτή η καταραμένη γυναίκα με την πινακίδα και το σκληρό βλέμμα... Βέβαια εδώ ήταν Λονδίνο. Και η βασίλισσα των Ελλήνων, έξω από τον «τόπο της», αισθανότανε τόσο ανίσχυρη... Στην Αθήνα! Έλα εκεί... Και τότε τα λέμε... Όχι εδώ.

Προτού εγκαταλείψει τη βρετανική πρωτεύουσα η  Φρειδερίκη πήρε ακόμη ένα μάθημα δημοκρατικής αγωγής. Αγγλικό δικαστήριο αθώωσε 16ετη Κύπριο, ο οποίος είχε παραπεμφθεί με την κατηγορία της «αναρμόστου συμπεριφοράς» προς την βασίλισσα της Ελλάδας. Ο αστυνόμος που τον συνέλαβε κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος «κρατούσε τη χειρολαβή της θύρας του βασιλικού αυτοκινήτου και εφαίνετο ως να προσεπάθει να εισέλθει εις αυτό». Εν συνεχεία, κτύπησε το τζάμι του αυτοκινήτου, έδειξε στη βασίλισσα την πινακίδα του και χρησιμοποίησε «υβριστικάς εκφράσεις».

Ο Άγγλος δικαστής αιτιολογώντας την αθωωτική του απόφαση είπε ότι «καταδίκη του νεαρού διαδηλωτή θα ήταν αντίθετη με την επικρατούσαν εις την χώραν ελευθερίαν του λόγου». Και πρόσθεσε: «Οιοσδήποτε πολίτης ημπορεί όχι μόνον να ομιλεί προς μίαν Βασίλισσαν, αλλά και να εκφράζει τας γνώμας του προς αυτήν με πινακίδας, έστω και αν αι γνώμαι είναι δυσάρεστοι δια την βασίλισσαν. Εις μίαν χώραν εις την οποίαν υπάρχει πλήρης ελευθερία λόγου, κατέληξε, η πράξις του κατηγορουμένου δεν συνιστά αδίκημα».

Οι οδυνηρές εμπειρίες της Φρειδερίκης δεν είχαν τέλος. Η πολιορκία του «Κλάριτζες» συνεχιζότανε μέρα-νύχτα. Σε μια από τις «αγρυπνίες διαμαρτυρίας» πήραν μέρος και οι Βρετανοί βουλευτές Άντονυ Γκρήνγουντ, Μπάρμπαρα Καστλ, Φένερ Μπρογκουέι και Τζων Τάνκιν. Η Αμπατιέλου είχε γίνει το πρόσωπο της ημέρας με καθημερινές συνεντεύξεις στον τύπο και εμφανίσεις στη βρετανική τηλεόραση. Οι εφημερίδες του Λονδίνου αφιέρωσαν δηκτικώτατα άρθρα . Για την «ανεπιθύμητη» βασίλισσα και επέκριναν με δριμύτητα τον υπουργό των Εξωτερικών λόρδο Χιούμ, ο οποίος, έπειτα από ικετευτικά διαβήματα των Αθηνών, εδέησε να «εκφράση την λύπην του» για τα επεισόδια. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, ο Έλληνας πρεσβευτής στο Λονδίνο Μιχαήλ Μελάς, επιτιμηθείς σκαιότατα από τη βασίλισσα για έλλειψη προβλεπτικότητας, υπέστη καρδιακή προσβολή.

Ο τελευταίος πονοκέφαλος της Φρειδερίκης στο Λονδίνο ήταν η ξαφνική εμφάνιση εκεί του ανεξαρτήτου βουλευτή της αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη. Φανατικός αντίπαλος του παλατιού και της δεξιάς ο Λαμπράκης μόλις πληροφορήθηκε στην Αθήνα τα επεισόδια πήρε το πρώτο αεροπλάνο και έφθασε στην αγγλική πρωτεύουσα. Στο «Κλάριτζες» συναντήθηκε με την Αμπατιέλου και τους άλλους διαδηλωτές. Ο ερχομός του Έλληνα βουλευτή αναζωογόνησε το ρεύμα εχθρότητας προς τη βασίλισσα και αύξησε το πλήθος των διαδηλωτών. Ενώ η Αμπατιέλου μίλαγε με δημοσιογράφους στην είσοδο του ξενοδοχείου, ο Λαμπράκης μπήκε μέσα και συναντήθηκε με τον υπασπιστή του διαδόχου Αρναούτη, από τον οποίο εζήτησε να καθορίσει συνάντησή του με τη βασίλισσα.

Έπειτα από είκοσι λεπτά ο Αρναούτης επέστρεψε από τα διαμερίσματα της Φρειδερίκης. Η απάντηση της μεγαλειοτάτης ήταν αρνητική...

«Είναι αγύριστο κεφάλι», είπε χαρακτηριστικά ο Αρναούτης στο Λαμπράκη.

Την ίδια μέρα ο Έλληνας βουλευτής προέβη σε δηλώσεις και έδωσε συνεντεύξεις. Με μεγάλους τίτλους ο βρετανικός τύπος πρόβαλε το ότι: «Στην Ελλάδα δεν κυβερνά η κυβέρνηση, ούτε ο βασιλεύς. Αλλά η βασίλισσα Φρειδερίκη!».

Η Φρειδερίκη με τα αδέλφια της 
ως μέλη της χιτλερικής νεολαίας


Ο εκνευρισμός της Φρειδερίκης για όλα τα δεινοπαθήματα και τις ταπεινώσεις είχε φθάσει στην αποκορύφωσή του. Την άλλη μέρα, βγαίνοντας πάλι από την πόρτα υπηρεσίας του «Κλάριτζες», έσπευδε προς το αεροδρόμιο. Ολοταχώς στην Αθήνα.... Από το αεροπλάνο τηλεγραφούσε στην ελληνική κυβέρνηση: «Δεν θέλω υποδοχές»

Είκοσι τρεις μέρες αργότερα ο βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Οι δολοφόνοι, συλληφθέντες, αναγνωρίσθηκαν σαν μέλη παρακρατικών βασιλικών οργανώσεων της άκρας δεξιάς...

Εκείνη την ημέρα γράφτηκε μια από τις μελανότερες σελίδες της νεώτερης ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Το χρονικό της υποθέσεως έχει ως εξής:
Στις 22 Μαΐου ο Λαμπράκης εξεφώνησε λόγο στη Θεσσαλονίκη σε συγκέντρωση οπαδών της οργανώσεως «Φίλοι της ειρήνης». Έξω στο δρόμο είχε οργανωθεί «αντισυγκέντρωση» παρακρατικών οργάνων της άκρας δεξιάς, οι  οποίοι απεδοκίμαζαν έντονα το δημοκρατικό βουλευτή. Την ώρα που έμπαινε στην αίθουσα ο Λαμπράκης ένας απ' αυτούς τον χτύπησε με ρόπαλο στο κεφάλι. Ο Λαμπράκης ζαλίστηκε, αλλά με τρομερή αυτοκυριαρχία κράτησε και την ψυχραιμία του και τις αισθήσεις του. Όταν τελείωσε η ομιλία ο Λαμπράκης απεχώρησε και έντονα επιδοκιμαζόμενος και αποδοκιμαζόμενος επεχείρησε να διασχίσει κάθετα το δρόμο για να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο και να κατευθυνθεί στο ξενοδοχείο που διέμενε. Ενώ βρισκόταν στη μέση σχεδόν του δρόμου ένα τρίκυκλο όχημα, απ' αυτά που χρησιμοποιούνται για μεταφορές, ώρμησε από μια πάροδο με μεγάλη ταχύτητα κατ' ευθείαν απάνω στο βαδίζοντα βουλευτή. Ο Λαμπράκης ανετράπη θανάσιμα πληγωμένος. Αλλ' αυτό δεν φάνηκε αρκετό στους δυο δολοφόνους που επέβαιναν του τρικύκλου. Τότε ο ένας απ' αυτούς, ο Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, με λοστό κατέφερε ένα δυνατό χτύπημα στο σπασμένο κεφάλι του θύματος.

Ισχυρή δύναμη χωροφυλακής παρευρίσκετο εκεί για την τήρηση — υποτίθεται — της τάξεως. Επί κεφαλής ο ίδιος ο γενικός επιθεωρητής χωροφυλακής Β. Ελλάδας υποστράτηγος Κωνσταντίνος Μήτσου, ο διευθυντής της αστυνομίας Θεσσαλονίκης συνταγματάρχης Ευθύμιος Καμουτσής και άλλοι αξιωματικοί. Κανείς δεν κινήθηκε για να πιάσει τους δολοφόνους. Απολάμβαναν  τοσυναρπαστικό θέαμα, που είχε και συνέχεια...

Το τρίκυκλο του θανάτου, αφού εξετέλεσε την αποστολή του, ανενόχλητο από την παρουσία της αστυνομίας, προσπαθούσε να διαφύγει από κάποιο δρομάκι. Τότε ένας από το πλήθος, ο Εμμανουήλ Χατζηαποστόλου, με πραγματικό κίνδυνο της ζωής του τινάχτηκε από την ανθρωπομάζα και όρμησε προς το τρίκυκλο, που είχε αρχίσει ν' αναπτύσσει ταχύτητα. Σαν αίλουρος πήδησε στο πίσω μέρος αυτού. Οι δυο δολοφόνοι προτού προφθάσουν ν' αντιδράσουν είχαν ακινητοποιηθεί. Το όχημα σταμάτησε. Το πλήθος κραύγαζε. Τότε η αστυνομία, μη μπορώντας πλέον να παίζει το ρόλο του θεατή, δέχτηκε να συλλάβει τους ήδη πιασμένους δολοφόνους.

Το μισοπεθαμένο κορμί του Λαμπράκη σπάραζε ακόμη στη ματωμένη άσφαλτο. Μέσα στο πανδαιμόνιο κάποιος γιατρός είχε πει ότι ζούσε ακόμη. Η καρδιά χτυπούσε. Κάποιος άλλος τηλεφώνησε για ασθενοφόρο. Σ' εκείνες τις αγωνιώδεις στιγμές, με αρκετή καθυστέρηση, βρέθηκε ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο. Στο στενό του χώρο τοποθέτησαν το Λαμπράκη. Μπόρεσε να φθάσει ως το νοσοκομείο...

Λίγη ώρα πριν άλλη τραγωδία είχε εκτυλιχθεί στην ίδια πόλη και από την ίδια κατεύθυνση και καθοδήγηση: Ο επίσης βουλευτής της αριστεράς Γεώργιος Τσαρουχάς υπέστη επίθεση από δεύτερη ομάδα φονιάδων και τραυματίστηκε με λοστό στο κεφάλι. Ένα ασθενοφόρο τον παρέλαβε. Αλλά στο δρόμο προς το νοσοκομείο τρίτη ομάδα εφεδρικών δολοφόνων υποχρέωσε τον οδηγό του ασθενοφόρου να σταματήσει. Μη όντας σίγουροι ότι το θύμα είχε πεθάνει ήθελαν να το αποτελειώσουν. Οι συνοδοί του Τσαρουχά αμύνθηκαν θαρραλέα. Αλλά ένας από τους κακοποιούς κατάφερε να ξαναχτυπήσει με λοστό το αιμόφυρτο κεφάλι του Τσαρουχά. Στο μεταξύ όμως είχαν προστρέξει διαβάτες που απώθησαν τους φονιάδες. Το ασθενοφόρο κατόρθωσε τότε να διαφύγει και να μπει στον περίβολο του νοσοκομείου.

Σε τέσσερες μέρες ο Λαμπράκης άφησε την τελευταία του πνοή. Ο Τσαρουχάς επέζησε.

Το πολιτικό έγκλημα της Θεσσαλονίκης συγκλόνισε όχι μόνο την ελληνική, αλλά και την παγκόσμια κοινή γνώμη. (Η ανθρωπότητα μόλις είχε συνέλθει από τη δολοφονία του δημοκρατικού ηγέτη Γκριμάο στη φασιστική Ισπανία του Φράνκο). Και συνέτεινε να καταστεί αποκρουστικώτερο το βασιλοαμερικανικό καθεστώς της Αθήνας.

Περισσότερο και από τις ανατριχιαστικές συνθήκες του εγκλήματος, τρία άλλα στοιχεία βάρυναν αποφασιστικά στην ελληνική και τη διεθνή συνείδηση. Πρώτα - πρώτα η προσωπικότητα του θύματος. Ο Γρηγόριος Λαμπράκης ήταν ένας από τους δημοφιλέστερους αντιπροσώπους του ελληνικού κοινοβουλίου. Όντας το δέκατο τέταρτο από τα δεκαοκτώ παιδιά που είχαν αποκτήσει οι όχι πλούσιοι γονείς του στο χωριό Κερασίτσα, κοντά στη Σπάρτη, ο Γρηγόρης στηρίχτηκε στις δικές του δυνάμεις για να αυτοδημιουργηθεί. Ψηλός, λυγερός, γεροδεμένος, με ωραία μορφή και ωραιότερη ψυχή, ήταν το ίνδαλμα των συμμαθητών του. Όλοι τον αγαπούσαν και τον θαύμαζαν από το δημοτικό σχολείο του χωριού του ως το πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου σπούδασε γιατρός. Έχοντας σωστά αφομοιώσει το αρχαίο ελληνικό ρητό «νους υγιής εν σώματι υγιεί» καλλιέργησε παράλληλα και τα πνευματικά -  επιστημονικά του ενδιαφέροντα και την αγάπη του για τον αθλητισμό. Έγινε υφηγητής της ιατρικής στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Και στον αθλητικό στίβο κράτησε σταθερά επί 15 χρόνια τον τίτλο του βαλκανιονίκη στο άλμα εις μήκος. Αλλά το μεγάλο πάθος του ήταν η αγάπη για τον άνθρωπο. Και ιδανικό του η παγκόσμια ειρήνη.

Όταν έγινε στην Αθήνα η διεθνής «Μαραθώνια πορεία ειρήνης» ο μόνος που κατόρθωσε να διασπάσει τους κλοιούς των τανκς του NATO και της αστυνομίας και να φθάσει από τον τύμβο του Μαραθώνα στην Αθήνα ήταν ο Λαμπράκης. Προτού ξεκινήσει για το συμβολικό εκείνο τρέξιμο ο Γρηγόρης είχε δηλώσει στους δημοσιογράφους: «Μακάριοι  οι  ειρηνοποιοί ότι υιοί θεού κληθήσονται...».

Ο Λαμπράκης ήταν ένας από τους γνησιότερους  ιδεολόγους της «Αλλαγής», πίστευε στη δημοκρατία και μισούσε το φασισμό και τη βία. Εξελέγη βουλευτής ως ανεξάρτητος της αριστεράς, συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ, και το κύρος του ήταν αναγνωρισμένο απ' όλες τις παρατάξεις. Οι απλοί άνθρωποι του λαού τον λάτρευαν. Ποτέ δεν δέχτηκε να πάρει αμοιβή γιατρού από φτωχούς. Το παλάτι όμως, η ολιγαρχία και η ξένη κηδεμονία τον μισούσαν θανάσιμα.

Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο ήταν η δικαστική επιβεβαίωση ότι το έγκλημα της Θεσσαλονίκης είχε οργανωθεί και καθοδηγηθεί  από εκείνους ακριβώς που αποστολή τους ήταν η δίωξη του εγκλήματος και η προστασία από το έγκλημα. Όπως αποδείχθηκε από τις ανακρίσεις, η δολοφονία του Λαμπράκη είχε σχεδιασθεί από τον επιθεωρητή χωροφυλακής υποστράτηγο Κ. Μήτσου, τον διευθυντή της αστυνομίας Ευθύμιο Καμουτσή, τον διοικητή ασφαλείας μοίραρχο Εμμανουήλ Καπελώνη, τον αντισυνταγματάρχη Μιχαήλ Διαμαντόπουλο (επί κεφαλής των δυνάμεων που τηρούσαν την «τάξη» την ώρα του εγκλήματος) και μερικούς ακόμη αξιωματικούς! Όταν ο ανακριτής και ο εισαγγελέας εν ομοφωνία εξέδωκαν εντάλματα συλλήψεων και οι αξιωματικοί αυτοί προφυλακίσθηκαν κατέστη πλέον φανερός και στους πιο δύσπιστους ο βαθμός της κρατικής αποσυνθέσεως. Ένα φρικιαστικό ρίγος διαπερνούσε τις καρδιές των ανθρώπων, ανεξάρτητα από ιδεολογικά σύνορα. Το ότι οι κορυφαίοι προϊστάμενοι των δυνάμεων ασφαλείας του κράτους ήσαν ένοχοι μιας τόσο στυγερής δολοφονίας αυτό ήταν κάτι που δεν το ανεχότανε ούτε η ελαστική πολιτική συνείδηση της αστικής τάξεως, που κατά παράδοση ψήφιζε το κόμμα της δεξιάς. Δεν είναι επομένως δυσκολοεξήγητη η ραγδαία πολιτική διαφοροποίηση έπειτα από την τραγωδία της Θεσσαλονίκης. Στους συντηρητικούς αλλά φιλήσυχους αστούς δεν άρεσε καθόλου η ιδέα ότι οι επικεφαλής των δυνάμεων ασφαλείας — που από τους φόρους των πληρώνονταν για να περιφρουρούν την τιμή και την περιουσία τους — απεκαλύπτετο ότι ήσαν κοινοί δολοφόνοι.

Το έγκλημα της Θεσσαλονίκης είχε σχεδιαστεί άριστα μέχρι και την τελευταία του λεπτομέρεια. Και θα παρέμενε στην ιστορία σαν το «τέλειον έγκλημα», αν η μέχρι αυτοθυσίας τόλμη του Χατζηαποστόλου (που όρμησε στο εν κινήσει τρίκυκλο και έπιασε τους δολοφόνους) δεν ανέτρεπε τους υπολογισμούς των σχεδιαστών.

Το κατεστημένο αναστατώθηκε. Ναι μεν, ο βασικός σκοπός είχε πραγματοποιηθεί (η εξόντωση του Λαμπράκη), αλλά η σύλληψη των εκτελεστών δημιουργούσε την τρομερή απειλή να «μιλήσουν» και να υποδείξουν τους οργανωτές. Και αν «μιλούσαν» και οι οργανωτές; Τότε θα φθάναμε στους ηθικούς αυτουργούς, στους εμπνευστές του εγκλήματος, δηλαδή στο ίδιο το κατεστημένο. Έπρεπε, με κάθε θυσία, να συγκαλυφθεί το έγκλημα. Και να εξασφαλισθεί ή η ατιμωρησία, ή ο ξαφνικός θάνατος των συλληφθέντων. Οπωσδήποτε ήταν επιτακτική ανάγκη να εμποδιστεί η «εις βάθος και ύψος» ανάκριση. Αλλά στην πορεία των πραγμάτων η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο του κατεστημένου. Την επομένη του εγκλήματος και προτού ακόμη προφθάσουν να τεθούν σε κίνηση τα γρανάζια του υπερκρατικού μηχανισμού το έργο της ανακρίσεως είχε ανατεθεί από την αρμόδια αρχή στο δικαστή Χρήστο Σαρτζετάκη και στον εισαγγελέα Δημήτριο Παπαντωνίου (που αργότερα τον διαδέχτηκε ο εισαγγελέας Στυλιανός Μπούτης). Την εποπτεία των ανακρίσεων ανέλαβε ο εισαγγελέας εφετών Παύλος Δελαπόρτας. Η δικαστική αυτή τετράδα έσωσε την τιμή της Ελλάδας. Ακέραιοι και τίμιοι αντέστησαν στις ισχυρότατες πιέσεις να εναρμονίσουν την ανάκριση προς την κατεύθυνση συγκαλύψεως του εγκλήματος.

Το κατεστημένο δεν σήκωσε ψηλά τα χέρια. Μέσον του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κόλλια (που έγινε το 1967 ο πρώτος πρωθυπουργός της δικτατορίας) ανελήφθη μια άθλια επιχείρηση επηρεασμού των ανακρίσεων ). Αλλά ο Σαρτζετάκης στάθηκε ακλόνητος βράχος στην εκτέλεση του καθήκοντός του. Και σε λίγους μήνες κλείστηκαν στις φυλακές ο στρατηγός Μήτσου και άλλοι ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί της χωροφυλακής Θεσσαλονίκης. Επίσης, προφυλακίσθηκε ένας δοσίλογος της κατοχής ονόματι Γιοσμάς, ο οποίος, αν και καταδικασμένος, ζούσε και βασίλευε και ήταν πρόεδρος ενός σωματείου «Αγωνιστών και θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως» που το χρηματοδοτούσαν τα μυστικά κονδύλια του κράτους. Μέλος του σωματείου αυτού ήταν ο ένας από τους δυο φυσικούς αυτουργούς της δολοφονίας, ο Γκοτζαμάνης, που οδηγούσε  το τρίκυκλο του θανάτου. Ο δεύτερος δολοφόνος, ο Εμμανουηλίδης, επέδειξε, όταν πιάστηκε, ειδική ταυτότητα που βεβαίωνε ότι ήταν μέλος της σωματοφυλακής της βασίλισσας Φρειδερίκης... Επίσης, αποδείχτηκε ότι είχε χρησιμοποιηθεί από το επίσημο κράτος για την προστασία της ζωής του στρατηγού Ντε Γκωλ κατά την επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου στην Αθήνα.

Κατά το διάστημα της φυλακίσεως των αξιωματικών το υπερκράτος έζησε στιγμές αγωνίας. Ο λόγος ήταν ότι ούτε ο στρατηγός Μήτσου, ούτε οι  συνεργάτες του είχαν την ελάχιστη διάθεση ν' αυτοθυσιαστούν. Και  προκειμένου να «πληρώσουν τα σπασμένα» δεν θα διστάζανε να αποκαλύψουν τα «υψηλά πρόσωπα» από τα οποία είχαν πάρει την εντολή του εγκλήματος. Αλλ' αυτό θα ήταν καταστροφή για το υπερκράτος. Στην κρίσιμη στιγμή τα προσχήματα παραμερίστηκαν. Η υπερκυβέρνηση πήρε την κατάσταση στα χέρια της... Ο Μήτσου και οι  άλλοι αξιωματικοί μετεφέρθησαν από τις φυλακές σε αστυνομικά γραφεία και ζούσαν μέσα εκεί εντελώς ελεύθεροι, κάνοντας μάλιστα χρήση του αξιώματός τους. (Έδιναν διαταγές, κατευθύνοντας τη δραστηριότητα της αστυνομίας, δέχονταν όλη μέρα συγγενείς, φίλους και πολιτικά πρόσωπα, προέβαιναν σε πύρινες απειλητικές δηλώσεις εναντίον των δικαστών και της αντιπολιτεύσεως και γενικά εξακολουθούσαν να είναι αφεντικά και όχι προφυλακισμένοι για ειδεχθές έγκλημα.

Παρ' όλα αυτά ένας απ' αυτούς μίλησε. Τον Ιούνιο του 1965 ο μοίραρχος Καπελώνης, μέσα από τη φυλακή, απεκάλυψε με υπόμνημα προς τον ανακριτή Σαρτζετάκη ότι η αντιδιαδήλωση της δεξιάς, έξω από την αίθουσα που εκφωνούσε λόγο ο Λαμπράκης, είχε εξ ολοκλήρου σκηνοθετηθεί από τη γενική ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Επί πλέον, κατήγγειλε ότι στο κρατητήριο τον επισκέπτονταν οι συγκατηγορούμενοί του στρατηγός Μήτσου κλπ. και τον πίεζαν να κρατήσει κλειστό το στόμα του και να είναι βέβαιος ότι τα «υψηλά πρόσωπα» είχαν τη δύναμη να τον αθωώσουν και να ανταμείψουν την καλή διαγωγή του με ανώτερα αξιώματα.

Στο σημείο αυτό που οι αποκαλύψεις του Καπελώνη ήταν δυνατό να κάμψουν τους δισταγμούς και άλλων και να τους κάμουν να λύσουν τη σιωπή τους, το κατεστημένο, δια του Κόλλια, εγκατέλειψε και το τελευταίο ίχνος ντροπής. Ο Κόλλιας, παραβιάζοντας την αρχή της μη επεμβάσεως στο έργο της ανακρίσεως, διέταξε τον διαχωρισμό της ανακρίσεως μεταξύ πολιτών και αξιωματικών. Έτσι, οι ηθικοί αυτουργοί Μήτσου κλπ. ξέφυγαν από τα χέρια του Σαρτζετάκη και του Μπούτη. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο ίδιος ο Κόλλιας καθόρισε τη σύνθεση ενός συμβουλίου πλημμελειοδικών από μέλη της «χούντας των δικαστών». Το συμβούλιο αυτό, εκτελώντας τυφλά τις εντολές του Κόλλια, διέταξε την αποφυλάκιση των κατηγορουμένων, με το αιτιολογικό ότι η αστυνομία ορθώς έμεινε απαθής όταν διεπράττετο ενώπιον αυτής το έγκλημα, εφ' όσον οι επικεφαλής αξιωματικοί «έκριναν ότι τυχόν παρέμβασίς των θα επεδείνωνε την όλην κατάστασιν...!».

Μέσα σ' αυτό το όργιο των παρεμβάσεων και των προσκομμάτων για να συγκαλυφθούν οι ένοχοι της δολοφονίας ο ανακριτής Σαρτζετάκης συνέχιζε αλύγιστος το ανακριτικό του έργο. Ο Κόλλιας τον έπαιρνε ο ίδιος στο τηλέφωνο. Πηγαινοερχόταν στη Θεσσαλονίκη. Αλλά ούτε οι υποσχέσεις, ούτε οι απειλές απέδωσαν. Οι απαντήσεις του Σαρτζετάκη ήταν κοφτές: «Παίρνω εντολές μόνον από τη δικαστική μου συνείδηση». Τις ίδιες αφόρητες πιέσεις υφίσταντο και οι εισαγγελείς Μπούτης και Δελαπόρτας. Αλλά κανείς δεν εκάμφθη. Ούτε όταν τους διαμηνύθηκε με παγερή ωμότητα ότι ο κίνδυνος θανάτου απειλεί όχι μόνο τους ίδιους, αλλά και τις οικογένειές τους. Αργότερα, ο εισαγγελέας Μπούτης πέθανε. Και  ο Σαρτζετάκης, στη νεκρολογία που έκαμε, αποκάλυψε ότι ο Μπούτης του είχε μιλήσει για τις απειλές εναντίον του, κατά την περίοδο των ανακρίσεων. Και του είχε πει: «Χρήστο μου, ας έλθουν να με σκοτώσουν. Άτιμος εγώ δεν γίνομαι».

Ο  επίλογος  της  υποθέσεως  Λαμπράκη  δεν  παρουσιάζει τίποτα το πρωτότυπο. Τα «υψηλά πρόσωπα», με διάφορα διαδικαστικά τεχνάσματα, εμπόδισαν τη διεξαγωγή της δίκης. Η εν τω μεταξύ κυβέρνηση της Ενώσεως Κέντρου εφαρμόζοντας πολιτική «λήθης» δεν επέδειξε ζήλο για την απόδοση δικαιοσύνης στην υπόθεση Λαμπράκη. Η ΕΔΑ την κατηγόρησε για «προστατευτική επιείκεια» απέναντι των ενόχων. Και αυτή η κατηγορία δεν είναι υπερβολική, υπό την έννοια ότι εν ονόματι της μη επεμβάσεως στο έργο της δικαιοσύνης η κυβέρνηση Παπανδρέου άφησε ανενόχλητους τους πράκτορες της CIA και το παλάτι να οργιάζουν υπέρ της σωτηρίας των δολοφόνων.

Και τελικά η μη απόδοση δικαιοσύνης θριάμβευσε. Μετά το μοναρχικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1965 έγινε η δίκη —επί κυβερνήσεως βασιλικών ανδρεικέλων— και όλοι οι κατηγορούμενοι αξιωματικοί αθωωθέντες απεδόθησαν «λευκοί εις την κοινωνίαν». Και  το Σεπτέμβριο 1968 η χουντική κυβέρνηση Παπαδόπουλου ακύρωσε τα διατάγματα αποστρατείας και τους επανέφερε μετά τιμών στα αξιώματά τους...!

Εξ άλλου, το Νοέμβριο 1969 η Χούντα αποφυλάκισε και τον Σ. Γκοτζαμάνη, οδηγό του τρικύκλου και αυτουργό της δολοφονίας Λαμπράκη. Ο Γκοτζαμάνης είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως 11 1/2 ετών. Εξέτισε ποινή 3 1/2 ετών. Το υπόλοιπο του χαρίστηκε από τους συνταγματάρχες με το αιτιολογικό της «καλής διαγωγής» και του «προτέρου εντίμου βίου»! Έτσι, δεν έμεινε ούτε σκιά αμφιβολίας για την εκλεκτική συγγένεια της δικτατορικής κυβερνήσεως με τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς του εγκλήματος της Θεσσαλονίκης. Ο ανακριτής Σαρτζετάκης συνελήφθη μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Αφού ταλαιπωρήθηκε αρκετούς μήνες αφέθη ελεύθερος. Όταν ζήτησε διαβατήριο για το Εξωτερικό οι αρχές της δικτατορίας του απαγόρευσαν την έξοδο από την Ελλάδα. Και στο διάταγμα που τον απέλυσε από το δικαστικό σώμα αναγράφεται σαν αιτιολογικό ότι «δια της εν τω δικαστικώ σώματι και τη κοινωνία διαγωγής και συμπεριφοράς του, ιδία δε εν τη ενασκήσει των καθηκόντων του ως ανακριτού,  επέδειξε  στάσιν ασυμβίβαστον προς το λειτούργημά του ως δικαστού, προκαλέσας δικαιολογημένως δυσμενή σχόλια εις βάρος του».

Τον Ιανουάριο 1971 ο Σαρτζετάκης συνελήφθη και πάλι από την ΕΣΑ και κρατήθηκε επί 10 μήνες χωρίς δίκη. Όταν βγήκε τα μαρτύρια της ιεράς εξετάσεως που υπέστη τον είχαν μεταβάλει σ' ένα φάντασμα του εαυτού του.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί η διεστραμμένη ικανοποίηση που αισθάνθηκε η στρατιωτική ηγεσία για το προμελετημένο έγκλημα της Θεσσαλονίκης.

Στις 24 Μαΐου 1963, και ενώ ακόμη ο Λαμπράκης πάλευε μεταξύ ζωής και θανάτου, εστάλη σ' όλες τις μονάδες το ακόλουθο ενημερωτικό σήμα του Γενικού Επιτελείου Στρατού: «Οι  υπό το προσωπείον των Φίλων της Ειρήνης κομμουνισταί, μετά την αποτυχούσαν προσπάθειαν εμφανίσεώς των εις Αθήνας δια της περιφήμου Πορείας της Ειρήνης, εξεστράτευσαν εις Θεσσαλονίκην. Ούτοι εγκατασταθέντες προχθές εις κεντρικήν αίθουσαν και τοποθετήσαντες έξωθι ταύτης μεγάφωνα ήρχισαν δια της εκφωνήσεως κομμουνιστικών συνθημάτων να προκαλούν...»...

Ο λαός της Θεσσαλονίκης προκληθείς υπό των ερυθρών πρακτόρων έδωσε την απάντησίν του...» Το σήμα έφερε τα στοιχεία «ΓΕΣ/ΙΙΙ προς 2ον ΕΓΦ/Φάκελλος/281/3/9/424648 και την υπογραφή Α. Ζαλοχώρης, συνταγματάρχης-διευθυντής», με τίτλο «Ο κομμουνισμός προκαλεί».

Και ο Λαμπράκης; Το κατεστημένο τον σκότωσε. Αλλά στην ψυχή του ελληνικού λαού υψώθηκε σύμβολο δόξας, τιμής και παλικαριάς. Η κηδεία του έμεινε ιστορική. Εκατοντάδες χιλιάδες Αθηναίοι έκλαιγαν συνοδεύοντας το φέρετρο του «νεκρού αδελφού». Και ο σεμνός τάφος του σκεπάστηκε μ' ένα βουνό από λουλούδια. Στο όνομά του ιδρύθηκε η «Δημοκρατική Νεολαία Γρηγόρης Λαμπράκης», που αγκάλιασε την πλειοψηφία των δημοκρατικών νέων της Ελλάδας. Η θυσία του Λαμπράκη έγινε έμπνευση για να γραφτούν βιβλία, να δημιουργηθούν έπη και θρύλοι. Ποιήματα στιχουργήθηκαν. Η ζωή του έγινε μουσική. Ο Λαμπράκης πέρασε στους αθάνατους. Και πεθαίνοντας ράντισε με το τίμιο αίμα του το δένδρο της δημοκρατίας.

Είκοσι μέρες μετά το έγκλημα της Θεσσαλονίκης ο πρωθυπουργός Καραμανλής υπέβαλε την παραίτησή του. Και σε πέντε μήνες η χώρα είχε δημοκρατική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου. (σημείωση: 2 χρόνια μετά θα ακολουθήσει το μοναρχικό Ιουλιανό Πραξικόπημα και η αποστασία...)

Το τρίτο στοιχείο που έφερε στην επιφάνεια η δολοφονία του Λαμπράκη ήταν η ύπαρξη του υπερκράτους, που ήταν στην υπηρεσία της υπερκυβερνήσεως και δρούσε βάσει ενός άγραφου υπερσυντάγματος. Το απόγευμα της 22ας Μαΐου, όταν του μετέδωσαν την είδηση της δολοφονίας του Λαμπράκη, ο πρωθυπουργός Καραμανλής τινάχτηκε όρθιος από την καρέκλα του και βρίζοντας θεούς και δαίμονες ούρλιαξε: «Ποιος επιτέλους κυβερνάει αυτόν τον τόπο;». 

Ο Παπανδρέου στη Βουλή κατηγόρησε τον Καραμανλή σαν «ηθικό αυτουργό του εγκλήματος». Η κατηγορία δεν ήταν δίκαιη. Η δολοφονία σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε πίσω από την πλάτη του πρωθυπουργού. (Όπως επίσης και η δολοφονική απόπειρα κατά του Ελευθέριου Βενιζέλου 30 χρόνια πριν είχε οργανωθεί εν πλήρει αγνοία του τότε πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη). Η αγανάκτηση επομένως του Καραμανλή ήταν ειλικρινής. Το χωριατόπαιδο του Κιούπκιοϊ πρέπει να διαισθάνθηκε εκείνη τη στιγμή ότι οι υπερδυνάμεις εκείνες που τον είχαν κάνει πρωθυπουργό «(...«Εγώ έκανα τον Κώστα...»!) δεν θα είχαν δισταγμούς να τον πετάξουν βορά στο πλήθος... Και το ένστικτο δεν τον γέλασε.

Παρ' όλα αυτά, οι ευθύνες του Καραμανλή είναι μεγάλες, γιατί επί οκτώ χρόνια που κατείχε το αξίωμα του πρωθυπουργού ανεχότανε να υπάρχει και να δρα πάνω από αυτόν η πολυπλόκαμη υπερκυβέρνηση της Αγίας Τριάδος (ανακτόρων, CIA και ολιγαρχίας).

Το καρκίνωμα της υπερκυβερνήσεως πρωτοεμφανίστηκε κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1915-1920), με κορυφαίους τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο, τη Γερμανίδα σύζυγό του Σοφία και τον επιτελάρχη Ιωάννη Μεταξά. Υπερκρατικές δυνάμεις ήσαν οι διαβόητες οργανώσεις των «Επιστράτων» και τμήματα του στρατού και της χωροφυλακής. Η μορφοποίηση του καρκινώματος αυτού, με πλήρη επιτελική διάρθρωση, συντελέσθηκε κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου (1946-1949). Κορυφή της πυραμίδας ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη, ο εκάστοτε αρχηγός της CIA στην Ελλάδα και ένας εκπρόσωπος της οικονομικής ολιγαρχίας. Κύριο δυναμικό έρεισμα ήταν ο στρατός, διοικούμενος από τη στρατιωτική οργάνωση «ΙΔΕΑ», την καθοδήγηση της οποίας είχαν κληρονομήσει οι Αμερικανοί από τους Άγγλους. Τα πλοκάμια του υπερκράτους απλώνονταν σ' όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής: Στα σώματα ασφαλείας, στη δικαιοσύνη, στην Εκκλησία, στα πανεπιστήμια, στη δημοσιοϋπαλληλική ιεραρχία, στις τράπεζες... Πράκτορες του υπερκράτους δεν ήσαν συνήθως οι επικεφαλής των τομέων αυτών, αλλά μεσαία στελέχη, τα οποία όμως, λόγω της πηγής από την οποία αντλούσαν τη δύναμη, διέθεταν πολύ μεγαλύτερη ισχύ από τους ανωτέρους τους. 

Ο Σταύρος Κωστόπουλος, που διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών και Εθνικής Αμύνης, μου διηγήθηκε μετά το εκλογικό πραξικόπημα του 1961 το εξής αποκαλυπτικό περιστατικό: Στις παραμονές των εκλογών είχε πάει στη Μεσσηνία, εκλογική του περιφέρεια, όπου όμως εμποδίστηκε από την αστυνομία και τα TEA να περιοδεύσει και εκφωνήσει λόγους. Κατάπληκτος και οργισμένος επισκέφθηκε στην Καλαμάτα τον ανώτερο διοικητή χωροφυλακής, που συνέβαινε να είναι προσωπικός του φίλος και προστατευόμενός του. Ο διοικητής τον δέχτηκε με εξαιρετική εγκαρδιότητα και σεβασμό. Αλλά όταν άκουσε τα παράπονα και τις εκρήξεις θυμού του Κωστοπούλου κούνησε το κεφάλι του, κοίταξε αν η πόρτα είναι καλά κλεισμένη και χαμηλώνοντας τη φωνή του είπε: «Άκουσε με, κύριε υπουργέ. Εγώ είμαι κατά τύπους διοικητής. Τη διοίκηση την ασκεί ένας μοίραρχος που παίρνει κατ' ευθείαν εντολές από το παλάτι. Αν αντιταχθώ στις παρανομίες που διαπράττει την άλλη μέρα θα με μεταθέσουν στα σύνορα, αν δεν με αποστρατεύσουν...». 

Αυτό το είδος των «κομμισαρίων» είχε απλωθεί σ' όλη τη χώρα, σαν ένας θεσμός, που κανένας δεν τολμούσε να τον θίξει. Συνέβαινε, τις περισσότερες φορές, το αντίθετο! Οι τυπικοί προϊστάμενοι των υπηρεσιών, ζηλεύοντας τη δύναμη και τα ιδιαίτερα προνόμια των κομμισαρίων, να υπερακοντίζουν αυτούς σε έκνομες αυθαιρεσίες. Έτσι, με τον καιρό, επήλθε μια αυτόματη συγχώνευση κράτους και παρακράτους, που κατέληξε στο συμπαγές «στρατιωτικό και αστυνομικό κράτος της δεξιάς».

Στη συγκεκριμένη περίπτωση της δολοφονίας του Λαμπράκη εκπρόσωπος του υπερκράτους στη Θεσσαλονίκη ήταν ο τότε γενικός γραμματέας του υπουργείου Βορείου Ελλάδος Ιωάννης Χολέβας (επί δικτατορίας, υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας). Ποιος ακριβώς πήρε από την υπερκυβέρνηση των Αθηνών τις εντολές να οργανώσει τη δολοφονία Λαμπράκη δεν είναι γνωστό. (Ο τότε υπουργός Β. Ελλάδος δεν γνώριζε απολύτως τίποτα). Αλλά ποιοι ήσαν αυτοί που εξετέλεσαν το έγκλημα; Και ποιοι εκτελούσαν τα άλλα, λιγώτερο εντυπωσιακά, εγκλήματα, για λογαριασμό του υπερκράτους; 

Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό χρειάζεται να θυμίσουμε ότι η κατοχή με τα τάγματα ασφαλείας, τη «Χ» του Γρίβα και τις άλλες συμμορίες που ωργάνωσαν οι Γερμανοί ναζιστές —και ακόμη περισσότερο η μόνιμη πληγή της φτώχειας και της υποαπασχολήσεως— είχαν εκβράσει ένα υπόκοσμο της ελληνικής κοινωνίας, που αποτέλεσε το έμψυχο υλικό των λεγόμενων «παρακρατικών» οργανώσεων. Όποιος έχει διαβάσει τα καταστατικά τους θαμπώνεται από την διακηρυσσόμενη αγνότητα προθέσεων. Η «Ελληνική Βασιλική Οργάνωση Νεολαίας» (EBON) διεκήρυττε ότι αποβλέπει στην ελληνοχριστιανική αγωγή των Ελλήνων. Περίπου τα ίδια επαγγέλλονταν οι «Άλκιμοι», οι «Ελπιδοφόροι Νέοι», η «ΕΚΟΦ», η «Καρφίτσα», οι «Εγγυηταί του Βασιλέως» και άλλες αντίστοιχες καστανόχρωμες οργανώσεις. Η πρακτική της ελληνοχριστιανικής αγωγής συνίστατο κυρίως στο να καταδίδονται στην αστυνομία οι δημοκρατικοί φοιτητές ή εργάτες.

Τα μαχητικά τμήματα των φασιστικών οργανώσεων κατά τις συγκρούσεις αστυνομικών και απεργών χτυπούσαν πισώπλατα τους απεργούς. Και τις νύχτες έστηναν ενέδρες σε λαϊκές γειτονιές κακοποιώντας, βιάζοντας και σκοτώνοντας αγόρια και κορίτσια, που υστερούσαν σε ελληνοχριστιανική αγωγή...

Στις επικρίσεις της αντιπολιτεύσεως οι κυβερνήσεις της δεξιάς απαντούσαν ότι επρόκειτο για νόμιμα σωματεία ιδιωτικού δικαίου. Αλλά οποιοδήποτε σωματείο δεν επιτρέπεται να είναι στρατιωτικά οργανωμένο, χωρίς ειδικό νόμο που να έχει ψηφιστεί από τη Βουλή. Και τέτοιος νόμος δεν ψηφίστηκε ποτέ. Ωστόσο, οι «παρακρατικές» οργανώσεις ήσαν στρατιωτικά συγκροτημένες, με οπλισμό, στολές, βαθμούς και πειθαρχία κατά το υπόδειγμα της χιτλερικής νεολαίας. Εχρηματοδοτούντο από τραπεζιτικούς οργανισμούς, βιομηχανίες, από τα ιδρύματα της βασίλισσας και βασικά από τα μυστικά κονδύλια του κράτους.

Κατά την περίοδο της «λευκής τρομοκρατίας» οι παρακρατικοί σχηματισμοί είχαν τη μορφή ληστοσυμμοριών που λυμαίνονταν την ύπαιθρο. Οι πιο ξακουστές για τις θηριωδίες τους ήσαν οισυμμορίες του Σούρλα και του Βουρλάκη. Έκαναν επιδρομές στα χωριά της Θεσσαλίας, σκότωναν εκείνους που κατά την κρίση τους δεν ήσαν «εθνικόφρονες» και σε συνέχεια βίαζαν τις γυναίκες και τα κορίτσια. Φεύγοντας αρπάζανε τις προίκες των κοριτσιών και ό,τι άλλο πολύτιμο εύρισκαν. Η λεία φορτωνόταν σε καμιόνια και πουλιόταν στις πόλεις. Χρονικά η συγκρότηση των υπερκρατικών συμμοριών συμπίπτει με την έναρξη εφαρμογής του Δόγματος Τρούμαν (1947). Ο οπλισμός και τα οχήματα προέρχονταν από το υλικό της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας. Οι μισθοί των ανδρών καταβάλλονταν από τα κονδύλια της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας. 

Δυο από τις υπερκρατικές οργανώσεις, με τους τίτλους «Ένωσις Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως» και «Καρφίτσα», προσέφεραν δυο έντιμα μέλη τους, τους Γκοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη, που δολοφόνησαν το βουλευτή Λαμπράκη.


No comments:

Post a Comment

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...